Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Νέα «σαρκοφάγος» κάλυψε το «κουφάρι» του Τσερνόμπιλ


Νέα «σαρκοφάγος» κάλυψε το «κουφάρι» του Τσερνόμπιλ (Photos - Video) - Media

Στις 26 Απριλίου του 1986 στο πυρηνικό εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας του Τσερνόμπιλ, στην τότε Σοβιετική Δημοκρατία της Ουκρανίας, συνέβη ένα από τα σοβαρότερα πυρηνικά ατυχήματα όλων των εποχών.
 
Κατά τη διάρκεια δοκιμής ασφαλείας του αντιδραστήρα νο. 4, προκλήθηκε έκρηξη ατμού η οποία έστειλε στον ουρανό της Ευρώπης τεράστιες ποσότητες ραδιενεργού υλικού, υποχρέωσε την εκκένωση της πόλης Πριπιάτ από τους κατοίκους της και είχε σαν αποτέλεσμα 31 άμεσους θανάτους και άγνωστο πόσους άλλους από ραδιενεργό δηλητηρίαση.
Αμέσως μετά το ατύχημα, οι σοβιετικές αρχές κάλυψαν τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα με τσιμεντένια σαρκοφάγο, προκειμένου να περιορίσουν την εκπομπή ραδιενέργειας από τον πυρήνα του, ωστόσο η κίνηση αυτή ήταν πρόχειρη.
 
Τελικά σήμερα, μετά από 12 χρόνια δουλειάς, το «κουφάρι» του Τσερνόμπιλ καλύφθηκε από τη Νέα Ασφαλή Περιοριστική Αψίδα, ένα τεράστιο κατασκεύασμα 36.000 τόνων, το οποίο επί τέσσερις ημέρες προχωρούσε αργά προκειμένου να καλύψει τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα.
Η νέα κατασκευή, η οποία είναι σχεδιασμένη να αντέχει ακραίες συνθήκες θερμοκρασίας, διάβρωσης, ακόμα και ανεμοστρόβιλους, θα περιορίσει σε μεγάλο βαθμό την εκπομπή ραδιενέργειας από τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα και θα επιτρέψει σε ειδικά συνεργεία να διαλύσουν ό,τι απέμεινε με ασφάλεια.
Το τεράστιο έργο χρηματοδοτήθηκε από 40 χώρες και οργανισμούς (μεταξύ αυτών και η Ελλάδα) και κόστισε περίπου δύο δισ. ευρώ. Ωστόσο, η περιοχή που εγκαταλείφθηκε μετά το δυστύχημα -το μέγεθος της οποίας είναι περίπου ίσο με του Λουξεμβούργου- θα παραμείνει εκτός πρόσβασης για πολλά χρόνια ακόμα, λόγω ραδιενεργού μόλυνσης.

Από ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ.

Ποιος ή τι χτυπούσε το διαστημόπλοιο; Τρομοκρατημένος δηλώνει ο πρώτος Κινέζος αστροναύτης από τους ήχους που άκουσε στο διάστημα


YANG LIWEI
Εκτύπωση
Ο Γιανγκ Λιουέι, ο πρώτος Κινέζος που πραγματοποίησε ποτέ διαστημική πτήση για 21 ώρες, στις 16 Οκτωβρίου του 2003, ακόμη νιώθει τρομοκρατημένος από τους μυστηριώδης ήχους που άκουσε στο διάστημα.
Επρόκειτο για ήχους όπως όταν κάποιος χτυπάει ένα μεταλλικό κουβά με ένα σφυρί, αποκάλυψε ο ίδιος σε μια πρόσφατη συνέντευξή του.
Ο Γιάνγκ Λιουέι άκουσε αυτούς τους ήχους ενώ ήταν στο διαστημόπλοιο Shenzhen 5. Αν και ο ίδιος είπε πως κατά την επιστροφή του στη Γη οι θόρυβοι δεν συνεχίστηκαν, ωστόσο σημείωσε πως και σε άλλες αποστολές στο Shenzhou 6 και στο Shenzhou 7 οι αστροναύτες ανέφεραν παρόμοιους ήχους ενώ βρίσκονταν στο διάστημα.
yang liwei
Ο Γιάνγκ Λιουέι στη συνέντευξη που έδωσε στο κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Κίνας, το Xinhua, είπε πως επρόκειτο για κάτι πολύ σοβαρό.
«Ο ήχος από το χτύπημα εμφανιζόταν ξαφνικά χωρίς κάποιον συγκεκριμένο ρυθμό ή αιτία. Δεν ερχόταν ούτε από το εσωτερικό του σκάφους, αλλά ούτε και από το εξωτερικό του, αλλά ήταν σαν κάποιος να χτυπούσε το σώμα του διαστημοπλοίου, σαν κάποιος να χτυπούσε έναν μεταλλικό κουβά με ένα ξύλινο σφυρί.
yang liwei
Ο Γιάνγκ αποκάλυψε πως αυτό τον έκανε ιδιαίτερα νευρικό. Όσο και εάν προσπάθησε να εντοπίσει την πηγή του ήχου δεν βρήκε τίποτα.
Όταν επέστρεψε στη Γη ενημέρωσε τους αρμόδιους και στη συνέχεια έκαναν διάφορες δοκιμές για να αναπαράγουν τον ήχο από το χτύπημα χωρίς ωστόσο να τον πετύχουν.

Η φυλλάδα "Δημοκρατία" "αγιοποιεί" φασίστες, συκοφαντεί το ΕΑΜικό κίνημα, παραχαράζει την ιστορία


Από το ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ:

Του Γ. Γ.

Για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται απόλυτα ο τίτλος περασμένης ανάρτησή μας: «Η φυλλάδα "Δημοκρατία" αναβιώνει τα εμέσματα της χουντικής πατσαβούρας "Ελεύθερος Κόσμος"».

Από πληρωμένο διαφημιστικό της μαθαίνουμε ότι αυτή την Κυριακή η φυλλάδα κυκλοφορεί με ένα ένθετο το οποίο ανάμεσα στα άλλα μας γνωστοποιεί «Ποιος ήταν ο ρόλος του Γρίβα και της "Χ"».

Επειδή έχουμε την βεβαιότητα ότι η φυλλάδα θα προχωρήσει γι’ ακόμα μια φορά σεκαραμπινάτη παραχάραξη της νεότερης ιστορίας μας και θα πάει να βγάλει λάδι τακοινωνικά αποβράσματα, τα τομάρια που στελέχωσαν την φασιστική οργάνωση του Γρίβα, θα παρασιωπήσει την συνεργασία τους με τις δυνάμεις κατοχής και τα εγκλήματα που διέπραξαν σε βάρος του ελληνικού λαού, θα παραθέσουμε δυο αναρτήσεις  από τον ιστότοπο  «ιστορικά ντοκουμέντα». (Βρίσκονται εδώ και εδώ)

Η ίδρυση της οργάνωσης Χ 

Η οργάνωση Χ ιδρύθηκε το Μάρτιο του 1943 από μόνιμους και έφεδρους αξιωματικούς. Βασικοί ιδεολογικοί άξονες της οργάνωσης ήταν ο αντιδημοκρατισμός, ο αντικομμουνισμός, η βασιλοφροσύνη και ο εθνικισμός.

Την πρώτη περίοδο της δράσης της, από την ίδρυσή της μέχρι το Συνέδριο του Λιβάνου, η μύηση των νέων μελών γινόταν με αυστηρά συνωμοτικό τρόπο. Μέχρι το τέλος του 1943, η οργάνωση Χ αριθμούσε περίπου 4.000 μέλη, τα περισσότερα από τα οποία ήταν συγκεντρωμένα στις περιοχές της Αττικής και της Βοιωτίας.

Οργανωτικά, η οργάνωση Χ είχε τη μορφή στρατιωτικής μονάδας με αρχηγό τον αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Γρίβα ο οποίος, κατά τη διάρκεια της κατοχής, υπηρέτησε ως δωσίλογος στο Γενικό Επιτελείο Στρατού.

Βασικοί χρηματοδότες της οργάνωσης Χ ήταν αστοί που είτε χρειάζονταν προστασία είτε επιθυμούσαν τη δυναμική αντιμετώπιση της αριστεράς, όπως ο βιομήχανος Χ. Ζαλοκώσταςκαι ο βιομήχανος που δραστηριοποιούνταν στην Αίγυπτο, Θ.Κόζικας. [Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών, Διπλωματική εργασία του Δ.Δεμερτζή]

Η "Χ" στα χρόνια που ακολουθούν θα παίξει πολλαπλό ρόλο:

α) θα λειτουργήσει ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για πολλούς ταγματασφαλίτες, καθώς δεν είχε εκτεθεί σε εμφανή συνεργασία με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής

β) θα συμμετάσχει στα Δεκεμβριανά δίπλα στις αγγλικές και μοναρχικές-αστικές δυνάμεις

γ) θα αποτελέσει την κύρια παραστρατιωτική δολοφονική και εκβιαστική οργάνωση στην περίοδο της τρομοκρατίας μετά τη Βάρκιζα, που αποκλήθηκε Λευκή Τρομοκρατία.

δ) θα ενισχύσει τις κυβερνητικές δυνάμεις που θα πολεμήσουν το Δημοκρατικό Στρατό στον εμφύλιο

Η σχέση της οργάνωσης Χ με τους Γερμανούς

Παρά το γεγονός ότι διακηρυγμένος στόχος της οργάνωσης Χ ήταν η απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, η Χ δεν έδρασε ποτέ ενάντια στους κατακτητές, αλλά μόνο ενάντια στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Κατηγορήθηκε, μάλιστα, από πολλούς ιστορικούς ότι συνεργάστηκε με τους Γερμανούς. 

Σε απόρρητη έκθεσή του για τη "Χ", ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα Lincoln Mac Veagh(26/10/1945) αναφέρεται σαφώς στη συνεργασία της με τους κατακτητές. "Καθώς μεγάλωνε ο έλεγχος των κομμουνιστών πάνω στον ΕΛΑΣ, η "Χ" γινόταν όλο και περισσότερο μια καθαρά αντι-κομμουνιστική οργάνωση. Λέγεται ότι συνεργάστηκε με τους Γερμανούς, δίνοντάς τους πληροφορίες για τα πιθανά μέρη που βρίσκονται οι κομμουνιστές ηγέτες, και την ίδια στιγμή δεχόταν κάποια όπλα από τις γερμανικές αρχές, με τα οποία διεξήγε κατά καιρούς οδομαχίες κατά των Ελασιτών. Όσο μειωνόταν ο έλεγχος των Γερμανών πάνω στην Αθήνα, αυξάνονταν οι σποραδικές συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και "Χ", κι αυτό ήταν σε βάρος της "Χ"."

Από πολλές μαρτυρίες στη δίκη των δωσίλογων μαθαίνουμε ότι η οργάνωση Χ δεν προμηθευόταν απ'ευθείας από τους Γερμανούς τα όπλα, αλλά μέσω της δωσιλογικής κυβέρνησης Ράλλη και των Ταγμάτων Ασφαλείας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μία εβδομάδα πριν από την αποχώρηση των Γερμανών, ο στρατιωτικός διοικητής Αττικής, Π. Σπηλιωτόπουλος, παρέδωσε στην οργάνωση Χ πέντε χιλιάδες οπλοπολυβόλα. Με αυτό τον τρόπο, η οργάνωση Χ κατάφερε να συγκροτήσει ισχυρούς πυρήνες σε αρκετές περιοχές της Αθήνας και ιδιαίτερα στο Θησείο, περιοχή που αποτέλεσε το προπύργιο της Χ στη μάχη της Αθήνας κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών.

Ο Θανάσης Χατζής κατατάσσει την οργάνωση Χ στην κατηγορία των ομάδων που πέρασαν από το δωσιλογισμό στην "αγγλοφιλία". Στο βιβλίο του "Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε" γράφει: "Αυτόν τον καιρό (άνοιξη 1943) κάνουν την εμφάνισή τους και οι "μπουραντάδες" αστυνομικοί με τις χαρακτηριστικές κάσκες των SS, οι "μαντουβαλαίοι" στον Πειραιά, τα κοινωνικά αποβράσματα της Ειδικής Ασφάλειας, οι "Χίτες" του Γρίβα, οι εδεσίτες του Παπαγεωργίου και μια σειρά άλλοι εθνοπροδότες με επικεφαλής "εθνοσωτήρες της Στρατιωτικής ιεραρχίας" σαν τους Βεντήρη, Σπηλιωτόπουλο, Ζερβέα, Αντωνόπουλο, Σταθόπουλο, όλοι στην υπηρεσία του Ράλλη και μέσον αυτού των Γερμανών και ταυτόχρονα των Άγγλων." 

Ανάλογη είναι η εκτίμηση και του  Mark Mazower στο βιβλίο του "Στην Ελλάδα του Χίτλερ": "Στους δρόμους κάτω από το ναό του Θησείου, οι ένοπλοι της "Χ" αντάλλασσαν πυρά με τα περίπολα του ΕΛΑΣ κι έπαιρναν μέρος σε σημαίνουσες επιχειρήσεις πλάι στα Τάγματα Ασφαλείας. 'Σήμερα είναι με τους Γερμανούς, αύριο, όταν ξανάρθει ο ευλογημένος ο βασιλιάς, μ' αυτούς που θα τον φέρουν πίσω'. Έτσι εκτιμούσε το πιστεύω τους ένας παρατηρητής."  

Αλλά και ο Κρις Γουντχάουζ δεν χαρίζεται στην οργάνωση Χ: Στο βιβλίο του "Το μήλο της έριδος" γράφει: "Μια οργάνωση, για την οποία πολλά έχουν λεχθεί από την εποχή της Κατοχής, με την επωνυμία "Χ". Αυτή η οργάνωση, που έγινε αργότερα γνωστή σαν όργανο "αμέσου δράσεως" της μοναρχικής Δεξιάς, κάτω από την ηγεσία του συνταγματάρχη Γρίβα, έχει ισχυρισθεί ότι ήταν αντιστασιακό κίνημα κατά την Κατοχή. Αν ο ισχυρισμός αυτός αλήθευε, θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν η μοναδική οργάνωση της Δεξιάς που δρούσε στην Αθήνα. Στην πραγματικότητα, όμως, το όνομά της ήταν άγνωστο, ακόμα και λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί. Αλλά και τότε, πάλι, το όνομα αυτό δεν σήμαινε τίποτα, που να είχε σχέση με Αντίσταση. Μόνο στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια απόκτησε μια ορισμένη σημασία: την απαίσια σημασία μιας Κου Κλουξ Κλαν. Κι αυτή επομένως η οργάνωση δεν έχει θέση σ' αυτή την παρουσίαση (των αντιστασιακών οργανώσεων).

Η συμβολή της οργάνωσης Χ στη Λευκή Τρομοκρατία

Λευκή Τρομοκρατία ονομάστηκε από τους ιστορικούς η περίοδος που ακολούθησε τη συμφωνία της Βάρκιζας και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ μέχρι τον εμφύλιο. Ήταν μια περίοδος που χαρακτηρίστηκε από την εξαπόλυση βίας και τρομοκρατίας εναντίον της εαμικής αριστεράςπου ενορχηστρώθηκε από την ηγεσία του επίσημου στρατιωτικού και αστυνομικού μηχανισμού και στην οποία συνέβαλαν τα μέγιστα ένα πλήθος ακροδεξιών παρακρατικών οργανώσεων που περισσότερο σε συμμορίες προσιδίαζαν, με πρώτη και καλύτερη την οργάνωση Χ.

Το ότι η οργάνωση Χ ήταν ξεκάθαρα μια τρομοκρατική οργάνωση είναι κάτι στο οποίο συμφωνούν ιστορικοί όλων των αποχρώσεων και μάλιστα η οργάνωση αυτή δεν περίμενε τη συμφωνία της Βάρκιζας για να αρχίσει το τρομοκρατικό της έργο.

Τρεις μόλις μέρες μετά την απελευθέρωση, μια ομάδα "Χιτών" πυροβόλησε στα τυφλά, πάνω σε μια διαδήλωση και δολοφόνησε 7 πολίτες. Όπως γράφει ο Περικλής Ροδάκης στο βιβλίο του "Δεκέμβρης 1944": "Οι συγκρούσεις των εξοπλισμένων από τους Άγγλους πια δεξιών ομάδων (χθεσινών συνεργατών των Γερμανών) και ειδικά της "Χ", γίνονται καθημερινό φαινόμενο στην Αθήνα. Στις 15/11/1944, μια διαδήλωση με αίτημα την τιμωρία των προδοτών και την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τους συνεργάτες του κατακτητή, χτυπήθηκε στην πλατεία Ομονοίας από "Χίτες". Αποτέλεσμα 7 νεκροί και πολλοί τραυματίες."  

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, όμως, κυριολεκτικά αποθρασύνθηκε. Με τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και την επέκταση της δικαιοδοσίας της ελληνικής κυβέρνησης σε όλη την επικράτεια, άρχισε να εμφανίζεται στις επαρχιακές πόλεις και τα χωριά ένα πλήθος εθνικιστικών/ακροδεξιών οργανώσεων.
Οι οργανώσεις αυτές συγκέντρωναν βασιλόφρονες, οπαδούς του φασιστικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, δωσίλογους, ταγματασφαλίτες και άλλους ακροδεξιούς. Μέχρι το καλοκαίρι του 1945, οι οργανώσεις αυτές είχαν καταφέρει να ενωθούν σε εθνικό επίπεδο και η οργάνωση Χ ήταν αυτή κάτω από την οποία συσπειρώθηκαν.

Σιγά-σιγά, η οργάνωση Χ αποκτούσε το χαρακτηριστικό προφίλ ενός φασιστικού κινήματος και εξαπλωνόταν. Σχεδόν σε κάθε πόλη δημιουργήθηκαν παραρτήματα της οργάνωσης Χ. Ανάμεσα στην οργάνωση Χ και την εθνοφυλακή, το στρατό και τη Χωροφυλακή, υπήρχαν στενές σχέσεις και έτσι άρχισε να δημιουργείται ένα κράτος εν κράτει που πολλές φορές φαινόταν ότι αυτό - σε σχέση με το επίσημο κράτος - είχε το πάνω χέρι.

Στην Αθήνα και τον Πειραιά, η αστυνομία  σε συνεργασία με την οργάνωση Χ και άλλες ακροδεξιές ομάδες χτυπούσε τις "κόκκινες" συνοικίες: Καισαριανή, Περιστέρι, Κοκκινιά, Νέα Ιωνία. Οι αποκλεισμοί  και τα μπλόκα που εφάρμοζαν έμοιαζαν εκπληκτικά με τις μεθόδους των Γερμανών κατακτητών με συλλήψεις, φυλακίσεις και δολοφονίες αριστερών.

Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του υπουργού Εσωτερικών της κυβέρνησης Βούλγαρη, Κ.Τσάτσου, στα τέλη του 1945: " Ότε κατ' Απρίλιον ανελάβομεν το υπουργείον των Εσωτερικών, ένοπλαι οργανώσεις, ως η Χ, ήσαν εν πλήρει δράσει. Όχι μόνον συνελάμβανον άτομα, εν συνεργασία μετά των αρχών, όχι μόνον τα ανέκριναν μεταχειριζόμεναι μέσα βίας, αλλά και την νύκταν περιεπόλουν και ήσαν ούτως ειπείν μία σιωπηρώς καθιερωμένη κατάστασις"  [Τ. Κωστόπουλου, Η Λευκή Τρομοκρατία από το συλλογικό έργο "Ιστορία των Ελλήνων"]

Κι αν αυτά συνέβαιναν στην Αθήνα και τον Πειραιά, στην επαρχία τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα. Στο παρακάτω έγγραφο που εξέδωσε η οργάνωση Χ Πελλάνας (Λακωνίας) τον Οκτώβρη του'45, διαβάζουμε ότι"απαγορεύεται η κυκλοφορία των ατόμων των ανηκόντων εις το κομμουνιστικόν κόμμα πέραν της 7ης εσπερινής και μέχρι της 6ης πρωϊνής. Επίσης, απαγορεύεται η μετακίνησις παντός κομμουνιστού ανδρός ή γυναικός άνευ αδείας της Χ. Πας συλλαμβανόμενος άνευ αδείας, θα οδηγείται εις την αρμοδίαν αρχήν"

Χαρακτηριστικά είναι τα γεγονότα της Καλαμάτας τον Ιανουάριο του 1946. Τρεις διωκόμενοι αριστεροί στη Σπάρτη, για λόγους αντεκδίκησης, έστησαν ενέδρα και σκότωσαν έναν από τους ηγέτες της οργάνωσης Χ, τους σωματοφύλακες και το γιο του. Δύο μέρες μετά, μέλη της Χ πήραν εκδίκηση για το φόνο ρίχνοντας χειροβομβίδα σε ένα καφενείο όπου σύχναζαν αριστεροί με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο και να τραυματιστούν τέσσερα άτομα. Την επόμενη μέρα το ΕΑΜ οργάνωσε διαδήλωση και ως απάντηση οι δυνάμεις της Χ , που έφταναν τους 1.000 άντρες, απέκλεισαν όλες τις προσβάσεις προς την πόλη και με αρχηγό τον Β. Μαγγανά την κατέλαβαν για δύο μέρες. Κατά τη διάρκεια της κατάληψης, η οργάνωση Χ κατέλυσε τις αρχές της πόλης, διέλυσε τα γραφεία και τα τυπογραφεία της αριστεράς, ενώ συνέλαβε εκατοντάδες αριστερούς πολίτες. 

Οι πράξεις αυτές ανάγκασαν την κυβέρνηση Σοφούλη να κηρύξει στρατιωτικό νόμο στη Μεσσηνία και τη Λακωνία και ο Μαγγανάς υποχρεώθηκε να αποχωρήσει από την πόλη. Η κυβέρνηση έστειλε στην Καλαμάτα τεθωρακισμένα, αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις αλλά ο Μαγγανάς διέφυγε ανενόχλητος παίρνοντας μαζί του ομήρους, από τους οποίους αρκετούς εκτέλεσε. Οι υπόλοιποι απελευθερώθηκαν ύστερα από προσπάθειες της βρετανικής αποστολής, της εκκλησίας και κυβερνητικών παραγόντων.

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ο Μαγγανάς επικηρύχθηκε από την κυβέρνηση, δεν καταδιώχθηκε σοβαρά και παρέμενε ασύλληπτος για μήνες, ενώ κανένα από τα μέλη της οργάνωσης Χ που συμμετείχαν στη κατάληψη της Καλαμάτας δε συνελήφθη. Όπως έγραψε η εφημερίδα Το Βήμα, "πέντε αποσπάσματα χωροφυλακής που είχον σταλή δια την καταδίωξιν της συμμορίας Μαγγανά έστησαν διασκέδασιν μαζί της. Συμμορίται και χωροφύλακες έψησαν αμνόν και αφού ευωχήθησαν και εχόρευσαν, απεχωρίσθησαν φιλικώς".  [Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών, Διπλωματική εργασία του Δ.Δεμερτζή]

Τα γεγονότα της Καλαμάτας έδειξαν τη δύναμη της άκρας δεξιάς στην ύπαιθρο. Δύναμη που της επέτρεπε να αμφισβητεί την εξουσία του κράτους, ενώ το ίδιο το κράτος δεν έκανε ιδιαίτερες προσπάθειες να υπερασπιστεί το κύρος και την εξουσία του.

Η δύναμη της Χ έφτανε πλέον τους 50.000, από τους οποίους οι μισοί ήταν ένοπλοι. Από τα 4.000 μέλη του 1943, στα μέσα του 1945 έφτασε τα 50.000 και απέκτησε υπό τον έλεγχό της εκτεταμένες περιοχές της χώρας με αποτέλεσμα να μπορεί να επηρεάζει το αποτέλεσμα των επικείμενων εκλογών. Σε αντίθεση με την αριστερά που είχε αφοπλιστεί και ακολουθούσε πολιτική αυτοσυγκράτησης, η ακροδεξιά ακολουθούσε επιθετική πολιτική με την ανοχή και τη στήριξη του επίσημου κράτους.

Μετά την επίσημη διάλυση της Χ, ως πολιτικοστρατιωτικής οργάνωσης, το μεν πολιτικό σκέλος της θα μετατραπεί σε "Εθνικόν Κόμμα Χιτών", ο δε ένοπλες ομάδες της θα αξιοποιηθούν από τη Χωροφυλακή. Τέλος, το Σεπτέμβριο του 1946 ο μηχανισμός της Χ θα χρησιμοποιηθεί για την επάνδρωση των επίσημων παραστρατιωτικών Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ)

Μετά την απόσυρσή τους από τα αστυνομικά τους καθήκοντα, οι Χίτες θα επικεντρωθούν στην εκκαθάριση της τέχνης και του πολιτισμού από τους αριστερούς, με καθημερινές συμπλοκές στις ανώτερες σχολές και οργανωμένη εκστρατεία αποκλεισμού εαμιτών ηθοποιών από τα θέατρα της πρωτεύουσας. Το πιο γνωστό επεισόδιο ήταν η επιδρομή εκατοντάδων ακροδεξιών στα θέατρα Ερμής και Λυρικόν, με αποτέλεσμα τη δολοφονία ενός ηθοποιού και τον τραυματισμό αρκετών άλλων.

______________

Πιστά στις διαταγές του Αρχηγού τους, τα όργανα της Χ σ’ όλες τις συνοικίες αναπτύσσουν έντονο χαφιεδική δράση.
Κάνουν εξακριβώσεις και ετοιμάζουν τους καταλόγους για τα έκτακτα τοπικά στρατοδικεία του Λάμπου και του Μπός που εκτελούν επί τόπου δεκάδες Ελληνες. Αμα τους έρχεται βολικό κάνουν και οι ίδιοι επιδρομές.

Ο λοχαγός Σταυρόπουλος επικεφαλής τάγματος της X έκανε επιδρομή στου Γκύζη στις αρχές του Φλεβάρη. Σκότωσε, τραυμάτισε, έδειρε και μάζεψε 50 πολίτες που τούς άφησε αφού τους ξυλοκόπησε άγρια. Είναι χαρακτηριστικό πως ο ίδιος και οι οπαδοί του φορούσαν στην επιδρομή προσωπίδες για να μην αναγνωρίζονται προσπαθώντας να σκεπάσουν τις άτιμες πράξεις   τους εναντίον του λαού.

Στην επιδρομή των Γερμανοτσολιάδων και του Μπουραντά στις βορειοανατολικές συνοικίες της Αθήνας στις 21-23 Απρίλη οι αλήτες αρχηγοί του Παγκρατίου Αλέκος και Νίκος Παπαγεωργίου μαζί με τους οπαδούς τους πήραν ενεργό μέρος. Είχαν έτοιμους τους καταλόγους για συλλήψεις και θέριζαν τον κόσμο με τα πολυβόλα τους. Οι ίδιοι Παπαγεωργίου έχουν κάνει σειρά συλλήψεις στο Παγκράτι Λαϊκών αγωνιστών που τους οδηγούν στα Τάγματα των Τσολιάδων όπου τους υποβάλουν σε φρικώδη βασανιστήρια. 

Αναφέρουμε για δείγμα την περίπτωση του ήρωα αγωνιστή  Αργυράκη. Τον έπιασαν, τον οδήγησαν στα Τάγματα και του ξερίζωσαν τα δόντια και τα νύχια για να μαρτυρήσει. Ο ηρωικός μας συναγωνιστής πέθανε μετά από φρικτά βασανιστήρια.

Οι σχέσεις της X με τα τάγματα των Γερμανοτσολιάδων είναι στενότατες. Ο Κουρκουλάκος από τους Ιδρυτές της X είναι τώρα επικεφαλής Συν/τος Τσολιάδων στην Πάτρα. Όλοι οι αξιωματικοί της X είναι ουσιαστικά και Αξιωματικοί Τσολιάδων. Ο Ταγματάρχης Μανωλάκος των Τσολιάδων ήταν και επικεφαλής Τάγματος X. Ο υπολοχαγός Παντελόπουλος κατατάχτηκε και  μυστικά στα Τάγματα Ασφαλείας και είναι ταυτόχρονα και Διοικητής του Τάγματος X στα Σεπόλια. Ο αδελφός του Σταυρόπουλου Ταγ/χης είναι και υπασπιστής του Ντερτιλή και ανακριτής - βασανιστής στα Τάγματα Ασφαλείας.

Ομάδες X στα Πετράλωνα με ταυτότητες υπογεγραμμένες από το Σίμαναν σε συνεργασία με τον Αστυνόμο των Μηχανοκινήτων Μπιτούνι έχουν κάνει εκατοντάδες συλλήψεις, παρέδωσαν πολλούς στους Γερμανούς και εκτέλεσαν άναντρα τους αγωνιστές Γρηγόρη Κότστρα και Αντωνιάδη. Είναι χαρακτηριστικό πώς η X συνεργάζεται στενότατα με τον ΕΔΕΣ και στις συσκέψεις των επιτελών της παίρνει μέρος και ο γνωστός Παναγιωτόπουλος αρχηγός εκτελεστικής ομάδας του ΕΔΕΣ στην Ειδική Ασφάλεια.

Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η Εθνική δράση της X. 

Από το ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Όλη η αλήθεια για τα F35 που θέλει να αγοράσει ο ΥΕΘΑ Π.Καμμένος

Από το ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ:

F-35: ΕΝΑ ΠΑΝΑΚΡΙΒΟ, ΑΧΡΗΣΤΟ ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ

ΑΘΛΙΑ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΠΛΑΣΙΕ ΟΠΛΩΝ ΠΟΥ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΝΤΑΙ ΤΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΕΡΝΤΟΓΑΝ 
Με κόστος ανά αεροσκάφος γύρω στα 120 εκατομμύρια δολάρια (χωρίς μηχανή) και τον Αμερικάνικο στρατό να υπολογίζει το τελικό κόστος ανά αεροσκάφος γύρω στα 350 εκατομμύρια, το F-35 είναι το ακριβότερο μέχρι σήμερα εξοπλιστικό πρόγραμμα που έχει υλοποιήσει η Αεροπορία των ΗΠΑ. Με το τελικό κόστος του προγράμματος να αναμένεται τα ξεπεράσει το 1 Τρισεκατομμύριο Δολάρια, η συζήτηση γύρω από το αεροσκάφος αυτό είναι ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, δεδομένου ότι αρκετοί αναλυτές το θεωρούν και άχρηστο...
Το F-35 αποτελεί μια "καινοτόμα" ιδέα, στη βάση της οποίας υποτίθεται πως αντί να σχεδιαστούν 3 διαφορετικά αεροσκάφη (για Ναυτικό, Πεζοναύτες, Αεροπορία) θα σχεδιαζόταν μια κοινή πλατφόρμα, η οποία με "μικρές" τροποποιήσεις θα κάλυπτε τις ανάγκες και των τριών σωμάτων. Τελικά θα έπρεπε να αντικαταστήσει τα A-10, F16, F18 και τα Harrier. Επομένως, το νέο αεροσκάφος θα έπρεπε να μπορεί να έχει δυνατότητες εγγύς υποστήριξης (για να αντικαταστήσει το A-10), αεροπορικής υπεροχής και βομβαρδισμού (για να αντικαταστήσει τα F-16 / F-18) και δυνατότητες κάθετης απογείωσης (Harrier / πεζοναύτες). Και "φυσικά", να έχει ταυτόχρονα και χαρακτηριστικά Stealth.
Το αναμενόμενο αποτέλεσμα, ήταν ένα πρόγραμμα πανάκριβο, με συνεχείς καθυστερήσεις και συνεχόμενες βλάβες που διαρκώς καθήλωναν τα αεροσκάφη προληπτικά στο έδαφος. Ενδεικτικό είναι πως προκειμένου η αεροπορία να αποδείξει την αξία του νέου της αποκτήματος, αποφάσισε να διεξάγει μια σειρά από τεστ . Τα αποτελέσματα δεν ήταν πάντα ιδιαίτερα θετικά, παρόλο που ήταν σε μεγάλο βαθμό στημένα υπέρ του F-35. Συγκρινόμενο με το Α-10, έχει πολύ μικρότερο ωφέλιμο φορτίο, μικρότερη ισχύ πυρός, είναι εξαιρετικά ευαίσθητο σε πυρά εδάφους και με μικρότερη αυτονομία. Οι υποσχέσεις της αεροπορίας ότι χάρη στα εξελιγμένα του ηλεκτρονικά μπορεί να παρέχει υποστήριξη στο πεζικό από απόσταση χιλιομέτρων και χωρίς οπτική επαφή, λίγο καθησύχασαν το πεζικό που ανησυχεί ότι μπορεί να γίνει κατά λάθος στόχος (και ενώ 1 F-35 να κοστίζει όσο 9 A-10).
Συγκρινόμενο με το F-16, αποδείχθηκε ότι είναι υπερβολικά αργό και δυσκίνητο. Η αεροπορία όμως ισχυρίζεται πως χάρη στα εξελιγμένα του ηλεκτρονικά και οπλισμό, δεν θα χρειαστεί να συμμετάσχει σε αερομαχία γιατί θα έχει καταρρίψει τον αντίπαλο πριν καν αυτός το αντιληφθεί... Όπως έγραφε και μια μελέτη "F-35 fighter ‘can’tturn, can’t climb, can’t run’"
Πιο πρόσφατα η κυβέρνηση του Καναδά ανέβαλε την αγορά των F-35 μέχρι να ωριμάσει το πρόγραμμα οπότε θα το επαναξιολογήσει. Η δυσπιστία των Καναδών δεν είναι τυχαία. Την τελευταία φορά που εμπιστεύθηκαν ένα πολλά υποσχόμενο μαχητικό (F-104 starfighter) , κατέληξαν να χάσουν τα μισά αεροσκάφη σε ατυχήματα, 39 πιλότους, και να του αποδώσουν την όχι ιδιαίτερα τιμητική ονομασία "aluminium death tube". Δεδομένου ότι το F-35 έχει τεράστια προβλήματα με τη μηχανή του, οι φόβοι των Καναδών είναι μάλλον δικαιολογημένοι. Προκειμένου το F-35 να καλύψει όλες τις προδιαγραφές που είχαν ζητηθεί, είναι ιδιαίτερα βαρύ αλλά έχει μόνο μια, εξαιρετικά ισχυρή μηχανή, η οποία όμως υπόκειται σε τεράστιες καταπονήσεις οι οποίες αφενός προκαλούν βλάβες αφετέρου απαιτούν τεράστιο χρόνο και κόστος συντήρησης. Οι Καναδοί όμως είχαν και ένα δεύτερο επιχείρημα. 
Ποιος ο λόγος να πληρώσουν για ένα stealth αεροσκάφος, αν δεν σκοπεύουν να εισβάλλουν κάπου;
Γιατί όμως η Αμερικάνικη Αεροπορία να επιμένει τόσο πολύ σε ένα project το οποίο αν μη τι άλλο δεν έχει αποδείξει αδιαμφισβήτητα την αξία του;
Για πολλούς, αυτός είναι ακριβώς ο λόγος. Ότι δηλαδή, ο στόχος δεν είναι να παραχθεί ένα αποτελεσματικό με όρους πολέμου αεροσκάφος, αλλά ένα αεροσκάφος που θα κάνει πλούσιους όσους εμπλέκονται στην κατασκευή και πώλησή του - και φτωχότερους όσους το πληρώνουν. Όσο ακριβότερο είναι στην παραγωγή του, όσο περισσότερη συντήρηση χρειάζεται, όσες περισσότερες αναβαθμίσεις και "εξελιγμένα όπλα", όσες περισσότερες ώρες εκπαίδευσης ... τόσο πιο μεγάλα τα περιθώρια κέρδους για το λόμπι των εξοπλισμών. Αν το δει κανείς οικονομοτεχνικά, είναι σαν να συγκρίνει ένα LADA NIVA με ένα σύγχρονο πολυτελές SUV. Κανείς δεν θα ήθελε να πάει στον πόλεμο με ένα πολυτελές SUV, με ευαίσθητη κατασκευή, ηλεκτρικά συστήματα που μπορεί και να μπλοκάρουν και ανάγκη για συνεχές service. Κανένας μέτοχος όμως δεν θα ήθελε η εταιρεία του να παράγει LADA NIVA.
Η όπως αναφέρεται πιο γλαφυρά στο παρακάτω απόσπασμα...
"Η USAF αγαπάει το F-35 περισσότερο από κάθε άλλο έργο στην ιστορία... επειδή ακριβώς είναι καταστροφή. Το μεγαλύτερο, ακριβότερο,ποιο ντροπιαστικό σκάνδαλο προμηθειών στην Αμερικάνικη ιστορία. Σας ακούω να ρωτάτε, "περίμενε, λες δηλαδή πως είναι χειρότερο ακόμα και από το F-104Starfighter, το αεροπλάνο που η Γερμανική πολεμική αεροπορία αποκαλούσε "Το Ιπτάμενο Φέρετρο";" Ναι, αυτό λέω.Επειδή όσο κακό και αν ήταν το F-104 δεν κόστιζε 337 εκατομμύρια δολάρια ανά αεροπλάνο. Αυτό είναι το προβλεπόμενο κόστος για αυτό το απαίσιο ιπτάμενο κουτάβι, το F-35. 335 εκατομμύρια ανά αεροπλάνο. Ναι παιδιά, για λίγο περισσότερο από 1 δισεκατομμύριο δολάρια, παίρνετε3 πολύ κακά αεροπλάνα."
Φυσικά υπάρχει πάντα και η θεμελιώδης απορία ... "Θα ρίσκαραν όλοι αυτοί το ετοιμοπόλεμο του Αμερικάνικου Στρατού"
Η απάντηση είναι απλά "γιατί όχι";
Ο Αμερικάνικος στρατός δεν προορίζεται να προστατεύσει τα σύνορα των ΗΠΑ από κάποιον εξωτερικό εχθρό. Για όποιον ενδεχομένως θα ήθελε να εισβάλλει, υπάρχει πάντα ένα μεγάλο στοκ πυρηνικών .
Δεν προορίζεται ούτε για να αντιμετωπίσει κάποιον "μεγάλο αντίπαλο" (παλιά ΕΣΣΔ, τώρα πολύ λιγότερο Ρωσία, Κίνα). Σε μια τέτοια αντιπαράθεση, το λόγο θα είχαν πάλι τα πυρηνικά. Για το λόγο αυτό, για τέτοιου είδους καθεστώτα χρησιμοποιούνται περισσότερο πολιτικοί ή έμμεσοι τρόποι αποσταθεροποίησης. Αντίστοιχα και οι ΗΠΑ δεν κινδυνεύουν τόσο από εξωτερική εισβολή όσο από τον "εσωτερικό εχθρό" και για αυτό το λόγο η στρατιωτικοποιημένη αστυνομία και η καταστολή είναι τόσο σκληρή ενάντια σε όποιον αποπειραθεί έστω να αμφισβητήσει το status quo.
Στην πραγματικότητα λοιπόν ο Αμερικάνικος Στρατός (όπως και η Αεροπορία και το Ναυτικό) προορίζονται για πολέμους μικρότερης κλίμακας, κατά προτίμηση μέσω αντιπροσώπων (όπως γίνεται σήμερα σε Συρία, Ιράκ, Αφγανιστάν κλπ). Σε αυτές τις περιπτώσεις η διαφορά σε στρατιωτική και οργανωτική δυνατότητα είναι τόσο μεγάλη που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν τα υλικά μέσα των Αμερικάνων είναι περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικά. Εξακολουθούν να απέχουν έτη φωτός από τις δυνατότητες των δυνητικών αντιπάλων τους, σε ποιότητα, αριθμό και οργάνωση.
Τα περισσότερα λοιπόν από αυτά τα υπερσύγχρονα όπλα, θα πληρωθούν πανάκριβα και πιθανότατα θα χρησιμοποιηθούν ελάχιστα.
Σε ότι αφορά την Ελληνική πραγματικότητα.

Με αφορμή κάποιες δηλώσεις του Ερντογάν ότι προτίθεται να προμηθευτεί F-35, οι ντόπιοι πλασιέ οπλικών συστημάτων έχουν αρχίσει τις υστερικές φωνές για την ανάγκη εξοπλισμών. Το γεγονός ότι ο Ερντογάν ακόμα και αν δεν τα θέλει για διαπραγματευτικό χαρτί, είναι αμφίβολο το αν θα έχει την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσει και συντηρήσει, δεν φαίνεται να τους αφορά. 
Όπως εξάλλου δεν φαίνεται να ασχολούνται με το γεγονός, ότι ένας πόλεμος σπάνια κερδίζεται από όποιον έχει απλώς λίγο καλύτερο εξοπλισμό. 
Και αν επιβάλλουν στην ρημαγμένη ελληνική κοινωνία να υποστεί ακόμα περισσότερη φτώχεια για "εθνικούς" πάντα λόγους, είναι αρκετά πιθανό να αντιμετωπίσουν τον "εσωτερικό εχθρό" αρκετά σύντομα. 
Και τα F-35 δεν έχουν θέση...
ΔΙΚΤΥΟ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΦΑΝΤΑΡΩΝ ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΩΝ

Διαμέρισμα από χαρτόνι


Το “Casa de Karton”, δηλαδή σπίτι από χαρτόνι, είναι ένα έργο του Ισπανού καλλιτέχνη Don Lucho.
Το διαμέρισμα έχει όλα τα έπιπλα και τα αντικείμενα που θα περίμενε κανείς να δει σε οποιοδήποτε σπίτι με τη μόνη διαφορά ότι είναι φτιαγμένα αποκλειστικά από χαρτόνι, από τα ρούχα και το κρεβάτι μέχρι τις ηλεκτρικές συσκευές και το μπάνιο.
Εκτός από το σπίτι, ο Don Lucho κατασκέυασε και ένα αυτοκίνητο από χαρτόνι, το οποίο τοποθέτησε με έξυπνο τρόπο στο δρόμο για να μοιάζει πιο ρεαλιστικό.
Perierga.gr - Ένα διαμέρισμα από χαρτόνι
Perierga.gr - Ένα διαμέρισμα από χαρτόνι
Perierga.gr - Ένα διαμέρισμα από χαρτόνι
Perierga.gr - Ένα διαμέρισμα από χαρτόνι
Perierga.gr - Ένα διαμέρισμα από χαρτόνι
Perierga.gr - Ένα διαμέρισμα από χαρτόνι
Perierga.gr - Ένα διαμέρισμα από χαρτόνι
Perierga.gr - Ένα διαμέρισμα από χαρτόνι
Perierga.gr - Ένα διαμέρισμα από χαρτόνι
Από το Perierga.gr

Γιατί διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία;

07:
Γιώργος Στάμκος
Σαν σήμερα, πριν 73 χρόνια, και συγκεκριμένα στις 29 Νοεμβρίου 1943 γεννήθηκε μια χώρα που επί μισό αιώνα διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στα Βαλκάνια και στον ψυχροπολεμικό κόσμο, αλλά τελικά διαλύθηκε με τον πλέον επώδυνο τρόπο: η Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (SFRJ).
Συγκεκριμένα στις 29 Νοεμβρίου του 1943 το αντιφασιστικό Συμβούλιο Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (Antifašističko Vijeće Narodnog Oslobođenja Jugoslavije) συνεδρίασε στην πόλη Jajce της Βοσνίας, με επικεφαλείς τους παρτιζάνους του Τίτο.
Εκεί θεσπίστηκε ένα πολιτικό πρόγραμμα που ανάμεσα στ' άλλα προέβλεπε και τη συγκρότηση ενός γιουγκοσλαβικού κράτους, που θα έπαιρνε τελικά τη μορφή μιας σοσιαλιστικής ομοσπονδιακής ένωσης με αρχηγό της τον Στρατάρχη Τίτο...
Η Γιουγκοσλαβία είχε 22 εκατομμύρια κατοίκους, αποτελούνταν από έξι ομόσπονδες δημοκρατίες, με τέσσερις επίσημες γλώσσες (Σέρβικα, Κροάτικα, Σλοβένικά και Σλαβομακεδόνικα), τρεις κύριες θρησκείες (Ορθοδοξία, Καθολικισμός, Μουσουλμανισμός) και πάνω από 30 επίσημα καταγεγραμμένες εθνικές μειονότητες.
Ήταν ίσως ο γνησιότερος κληρονόμος της πολυεθνικής Αψβουργικής Αυτοκρατορίας, στην ουσία μια μίνι Αψβουργική Αυτοκρατορία σε βαλκανική, ομοσπονδιακή και σοσιαλιστική εκδοχή.
Η φυσιογνωμία της ήταν βαλκανική και κεντροευρωπαϊκή, Μεσογειακή και ηπειρωτική, Δυτική και ανατολική ταυτόχρονα. Ήταν αυτό που ονομάζουμε μια “χώρα-γέφυρα”.
Πλέον η Γιουγκοσλαβία υπάρχει μόνο στα βιβλία της Ιστορίας, καθώς διαλύθηκε αιματηρά, και στη θέση της δημιουργήθηκαν επτά ανεξάρτητα εθνικά κράτη.
Για έναν αγεωγράφητο κι ακόμη χειρότερα για έναν μαθητή σχολείου η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ήταν ένα σκληρό κτύπημα: Αντί για μία χώρα με μία πρωτεύουσα, τώρα πρέπει να μάθει για επτά χώρες με επτά πρωτεύουσες. Έχοντας μεγαλώσει στην απλότητα της παλιάς γεωγραφίας χάνουμε την υπομονή μας με την πολυπλοκότητα της καινούργιας.
Η “Βαλκανοποίηση” μας κυνηγά συνεχώς: Στη θέση ενός μωσαϊκού από έθνη που υπήρχαν στα Βαλκάνια τα τέλη του 19ου αιώνα, δημιουργήθηκε ως τις αρχές του 21ου αιώνα ένα μωσαϊκό από εθνικά κράτη. Ο κατακερματισμός και η πολυπλοκότητα συνεχίζει να ζει και να βασιλεύει στα Βαλκάνια.
Υπάρχουν πολλοί κάτοικοι της πρώην Γιουγκοσλαβίας που αναρωτιούνται συχνά τι έφταιξε και γιατί η πανέμορφη χώρα τους, που ήταν κάποτε χώρα-πρότυπο στο λεγόμενο Αδέσμευτο Κόσμο, κι ένας “παράδεισος” για το μέσο Γιουγκοσλάβο πολίτη, ο οποίος ζούσε με ασφάλεια, ευημερία και σχετική ελευθερία, έπρεπε να διαλυθεί και μάλιστα με τόσο επώδυνο και αιματηρό τρόπο.
Πως ξεχάστηκαν με μιας όλα τα καλά του προηγούμενου συστήματος και ειδικά το σύνθημα “Αδελφότητα και Ενότητα” (BRATSTVO I JEDINSTVO); Έφταιγαν οι ξένοι ή μήπως έφταιγαν οι ίδιοι; Τι ήταν αυτό που επανέφερε στην επιφάνεια εθνοτικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές διαφορές, έπειτα από μισόν αιώνα ολοκληρωτικής κομουνιστικής παρασιώπησής τους;
Το εγχείρημα της Γιουγκοσλαβίας ηττήθηκε τόσο από τις δυνάμεις της Ιστορίας, όσο κι από τα λάθη και τις παραλείψεις των ηγετών της, και ειδικά του ίδιου του Τίτο (1892-1980).
Φτάνοντας στον ανώτατο ρόλο του “εθνάρχη-μονάρχη” της χώρας όταν ήταν ήδη πάνω από ογδόντα ετών, ο Τίτο περιέπεσε σε μια κατάσταση απραξίας κι ακινησίας, απρόθυμος να προχωρήσει στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, αποξενωμένος από την πραγματική κατάσταση στη χώρα του.
Όταν ο Τίτο πέθανε η κατάσταση χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο, αφότου άρχισε να ισχύει ο νέος κανονισμός διακυβέρνησης της χώρας, σύμφωνα με τον οποίο στην κορυφή της χώρας και του ΚΚΓ δεν υπήρχε ένα άτομο, αλλά ένα συλλογικό όργανο αποτελούμενο από εκπροσώπους των έξι ομόσπονδων δημοκρατιών και των δύο αυτόνομων περιοχών (Βοϊβοντίνα και Κόσοβο).
Ως πρόεδρος αυτού του οργάνου αναλάμβανε κάθε χρόνο κι ένας από τα μέλη αυτού του προεδρείου, με προκαθορισμένη σειρά. Αυτό περιόριζε τη δυνατότητα να ολοκληρώνονται έργα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα και δημιούργησε ένα δυσκίνητο όργανο, ακατάλληλο για περιπτώσεις κρίσεων.
Η μεσαία τάξη της χώρας ήταν επίσης όλο και πιο δυσαρεστημένη, αν και κρατούσε τα κλειδιά λειτουργίας του κράτους.
Κρυφακούοντας τον πατέρα του, που ήταν ανώτατο στέλεχος της Βοσνίας & Ερζεγοβίνης κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο νεαρός Έμιρ Κούστουριτσα τον άκουσε να παραπονιέται ένα βράδυ στους φίλους του: “Όλο αυτό θα καταρρεύσει μια μέρα. Παντού στον κόσμο οι γιατροί και οι δικηγόροι ζουν σε βίλες, σ' εμάς συμβαίνει το αντίθετο. Οι δικηγόροι και οι γιατροί μουχλιάζουν σε ουρανοξύστες και οι πρωτόγονοι φτιάχνουν βίλες. Ούτε αγρότες, ούτε εργάτες. Δε θα κρατήσει πολύ!” (Έμιρ Κούστουριτσα, Κι Εγώ που Είμαι σ' αυτή την Ιστορία; εκδ. Πατάκης, 2012, σελ. 53).
Αν και για κάποια χρόνια μετά το θάνατο του Τίτο (4.5.1980) το γιουγκοσλαβικό πολιτικοοικονομικό μοντέλο λειτούργησε, λόγω κεκτημένης ταχύτητας, τα άλυτα όμως προβλήματα συσσωρεύονταν.
Η οικονομική ανάπτυξη έδωσε τη θέση της στη στασιμότητα και τα τεράστια δάνεια από το εξωτερικό, κυρίως από το ΔΝΤ, μαζί με τα ελλείμματα, άρχισαν να τροφοδοτούν τον πληθωρισμό, που σύντομα έγινε ανεξέλεγκτος. Στο βιοτικό επίπεδο οι διαφορές βορρά-νότου διευρύνθηκαν, με το βιοτικό επίπεδο στο Κόσοβο να φτάνει μόλις το 1/8 εκείνου της Σλοβενίας. Στην ουσία η άλλοτε ενιαία οικονομία είχε διασπαστεί σε έξι, όσες ήταν και οι ομόσπονδες δημοκρατίες της χώρας.
Οι διαφορές αυτές έγιναν μετά το 1985 πιο έντονες, τη στιγμή που ο Γκορμπατσόφ προωθούσε τη Γκλάσνοστ στη Σοβιετική Ένωση και τα κομμουνιστικά καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης άρχισαν να διαβρώνονται και να καταρρέουν το ένα μετά το άλλο, αρχής γινομένης από τη γειτονική Ρουμανία.
Το γεωπολιτικό περιβάλλον στην Ευρώπη άλλαξε ριζικά. Ενώ η πρώην κομμουνιστική ανατολική Ευρώπη κλονίζονταν, το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προχωρούσε δυναμικά, φιλοδοξώντας να απορροφήσει στο μέλλον και τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες.
Η Δύση δεν χρειαζόταν πλέον μια ουδέτερη και μάλιστα σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία, που έμοιαζε ανήμπορη να αντιμετωπίσει τις κοσμογονικές αλλαγές και τα εσωτερικά της προβλήματα. Η κάθε ομόσπονδη δημοκρατία υπερασπίζονταν με ζήλο αποκλειστικά τα συμφέροντα της.
Άρχισε τότε να εμφανίζεται ένα είδος εσωτερικού ανταγωνισμού μέσα στη Γιουγκοσλαβία, υποβοηθούμενου από τις εθνικιστικές και αποσχιστικές τάσεις της κάθε περιοχής, που υποθήκευε το μέλλον της. Το κέντρο (Βελιγράδι) δεν μπορούσε εύκολα να συγκεντρώσει φόρους και δασμούς, ώστε να ξεπληρώσει τα εξωτερικά δάνεια της χώρας.
Κοντολογίς ο θάνατος του Τίτο άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Οι ηγέτες που τον διαδέχθηκαν, όπως ο Σέρβος Σλομπόνταν Μιλόσεβιτς, αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων και υπέκυψαν στον ολέθριο εθνικισμό.
Το 1988 η Γιουγκοσλαβία των 22 εκατομμυρίων κατοίκων χρωστούσε συνολικά 13,5 δισεκατομμύρια δολάρια και το ΔΝΤ έλεγε πως ήταν ήδη υπερχρεωμένη και δεν μπορούσε να πάρει άλλα δάνεια. Η ειρωνεία πάντως είναι πως το 2010, οι έξι δημοκρατίες που προέκυψαν από την αιματηρή διάλυση της Γιουγκοσλαβίας (με συνολικό πληθυσμό που δεν ξεπερνά πλέον τα 20 εκατομμύρια) -χωρίς να υπολογιστεί και το Κόσοβο- χρωστούσαν όλες μαζί 184 δισεκατομμύρια δολάρια και κανείς δεν τις έλεγε πως είναι υπερχρεωμένες και ότι δεν μπορούν να πάρουν άλλα δάνεια.
Οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες για τον πολιτικοοικονομικό και διαλυτικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν “διεθνείς σωτήρες”, όπως το περιβόητο ΔΝΤ, κάτι που γνωρίζουμε πολύ καλά και στην περίπτωση της Ελλάδας. 
Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον στα τέλη της δεκαετίας του 1980 άρχισαν να εμφανίζονται στη Γιουγκοσλαβία έντονες διαλυτικές τάσεις.
Οι τρεις πυλώνες του Τιτοϊσμού, δηλαδή η “Αδελφότητα και Ενότητα” των λαών της Γιουγκοσλαβίας, ο θεσμός της Αυτοδιαχείρισης και το Κίνημα των Αδεσμεύτων, κλονίστηκαν, ενώ δεν υπήρχε πλέον και το φόβητρο μιας επέμβασης του Σοβιετικού Στρατού, που συγκρατούσαν τις φυγόκεντρες τάσεις. Οι επιλογές τότε ήταν βασικά δύο για τη Γιουγκοσλαβία.
Η μία ήταν να μετατραπεί σε συγκεντρωτικό κράτος με ισχυρό κέντρο εξουσίας, πιθανώς υπό τον έλεγχο των Σέρβων που ήταν και ο μεγαλύτερος και ο πιο διασκορπισμένος λαός της Γιουγκοσλαβίας.
Η άλλη ήταν να μετατραπεί σε μια χαλαρή συνομοσπονδία κυρίαρχων κρατών, όπως επιθυμούσαν η Κροατία και η Σλοβενία. Τελικά δεν επιλέχθηκε τίποτε από τα δύο. Η βαθιά και πολύπλευρη κρίση τροφοδοτούσε παντού την άνοδο των εθνικισμών, που σχεδίαζαν ένα μέλλον καθαρά εθνικό και χωρίς ομοσπονδιακή διάσταση.
Έτσι, στις πρώτες “ελεύθερες” εκλογές σε όλες σχεδόν τις ομόσπονδες δημοκρατίες αναδείχθηκαν κόμματα και πολιτικοί με εθνικιστική, δημαγωγική και λαϊκιστική ρητορική.
Συμπερασματικά η προσπάθεια ενοποίησης των Νότιων Σλάβων των Βαλκανίων, που ξεκίνησε το 1918 με ρομαντικά θα έλεγε κανείς αρχικά κίνητρα, αποδείχθηκε ένα αποτυχημένο εγχείρημα. Ούτε η κοινή τους καταγωγή, ούτε η γλωσσική τους συγγένεια, αποδείχθηκαν αρκετά ισχυρές απέναντι στις πολιτισμικές, θρησκευτικές και πολιτικές τους διαφορές.
Το πρώτο γιουγκοσλαβικό κράτος (1918-1941), που βρισκόταν κάτω από την πολιτική ηγεμονία των Σέρβων και της βασιλικής δυναστείας των Καρατζόρτζεβιτς, διαλύθηκε εξαιτίας διαμαχών για την εσωτερική του δομή, ώσπου η γερμανική εισβολή, μαζί με τους εγχώριους φασίστες (π.χ. Κροάτες Ούστασι), έβαλε την ταφόπλακά του.
Ωστόσο η κοινή αντίσταση των λαών της Γιουγκοσλαβίας απέναντι στο φασισμό και η άνοδος του Τιτοϊκού κομουνισμού, ξαναζωντάνεψαν την ιδέα του κοινού κράτους, αυτή τη φορά με τη μορφή μιας σοσιαλιστικής ομοσπονδίας. Στις 29 Νοεμβρίου 1943 γεννήθηκε μια χώρα που επί μισό αιώνα διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στα Βαλκάνια και στον ψυχροπολεμικό κόσμο, αλλά τελικά διαλύθηκε με τον πλέον επώδυνο τρόπο: η Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (SFRJ).
Συγκεκριμένα στις 29 Νοεμβρίου του 1943 το αντιφασιστικό Συμβούλιο Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (Antifašističko Vijeće Narodnog Oslobođenja Jugoslavije) συνεδρίασε στην πόλη Jajce της Βοσνίας, με επικεφαλείς τους παρτιζάνους του Τίτο.
Εκεί θεσπίστηκε ένα πολιτικό πρόγραμμα που ανάμεσα στ' άλλα προέβλεπε και τη συγκρότηση ενός γιουγκοσλαβικού κράτους, που θα έπαιρνε τελικά τη μορφή μιας σοσιαλιστικής ομοσπονδιακής ένωσης με αρχηγό της τον Στρατάρχη Τίτο.
Ωστόσο και η δεύτερη Γιουγκοσλαβία (1941-1992), γνωστή και με τα αρχικά SFRJ (Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας), κατέρρευσε τελικά κυρίως από εσωτερικές αιτίες, όπως η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1980, η έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης, η άνοδος των εθνικισμών και η αδυναμία των πολιτικών ελίτ να βρουν κοινώς αποδεκτές λύσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν η διάλυση της χώρας μέσα σε ένα λουτρό αίματος που προκάλεσε ένας αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος έφερε στην επιφάνεια μίση και πάθη, δαίμονες του παρελθόντος, που όλοι πίστευαν πως είχαν θαφτεί για τα καλά στο απέραντο νεκροταφείο της Ιστορίας.
Σήμερα η χώρα αυτή δεν υπάρχει πλέον. Διαλύθηκε έπειτα από μακροχρόνιους αιματηρούς πολέμους τη δεκαετία του 1990 και στη θέση της δημιουργήθηκαν επτά ανεξάρτητα εθνικά κράτη (Σερβία, Κροατία, Σλοβενία, Βοσνία & Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, ΠΓΔΜακεδονίας, Κόσοβο), ορισμένα από αυτά προτεκτοράτα, κι άλλα μη βιώσιμα, που παλεύουν να σταθούν στο σύγχρονο κόσμο.
Η Γιουγκοσλαβία, η “χώρα των Νότιων Σλάβων”, αποτελεί πια παρελθόν, μια ανάμνηση σε πολλούς δυσάρεστη αλλά σε αρκετούς όμως ευχάριστη. Υπάρχει σε μια σημαντική μερίδα των λαών των Δυτικών Βαλκανίων, που συγκατοικούσαν στα πλαίσια του κοινού σπιτιού της Γιουγκοσλαβίας, η αίσθηση μιας κοινής ιστορικής εμπειρίας που, μετά από τις περιπέτειες των πρόσφατων πολέμων, αρχίζει και πάλι να τους ενώνει.

Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας (το τελευταίο του βιβλίο είναι το “Άγνωστη Σερβία”, που έγραψε μαζί με τη Μίλιτσα Κοσάνοβιτς) και δημιουργός του Ζενίθ(www.zenithmag.wordpress.com)

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Το Ευγνώμον κράτος στους Ταγματασφαλίτες: Επάνοδος στο στράτευμα, προαγωγές μέχρι τον βαθμό του ταξίαρχου και ανάδειξη σε βουλευτές και υπουργούς.


Ο Ιωάννης Ράλλης συνρώγει με Γερμανό αξιωματικό έχοντας δίπλα του τον Πλυτζανόπουλο

Η ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας, των ένοπλων δωσιλογικών τμημάτων, το 1943, εντάσσεται στην αναδιοργάνωση των κατασταλτικών μηχανισμών -ιδιαίτερα μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, τον Σεπτέμβριο του 1943- από τις γερμανικές αρχές κατοχής, ως αντίβαρο προς τη ραγδαία ανάπτυξη των δυνάμεων του ΕΛΑΣ σε διάφορες περιοχές της χώρας. Αλλωστε, η συγκρότηση αυτών των ένοπλων σωμάτων υπήρξε ένας από τους όρους που είχε θέσει ο Ιωάννης Ράλλης, προκειμένου να αναλάβει την πρωθυπουργία τον Απρίλιο του1943. 1

Τα πρώτα τέσσερα ευζωνικά τάγματα ιδρύθηκαν με νόμο από την κυβέρνηση Ράλλη τον Ιούνιο του 1943. Τα Τάγματα Ασφαλείας όμως αναπτύχθηκαν ραγδαία από το φθινόπωρο του 1943, όταν άρχισε να διαφαίνεται η ήττα του Αξονα, και ιδιαίτερα από τις αρχές του 1944, οπότε ακολούθησε νομοθετική πρόβλεψη επέκτασης των Ταγμάτων Ασφαλείας και στην επαρχία.

Εμπνευστές των Ταγμάτων φέρονται να είναι αντιμοναρχικοί αξιωματικοί και συγκεκριμένα ο Θεόδωρος Πάγκαλος και ο βενιζελικός, απότακτος του κινήματος του 1935 Στυλιανός Γονατάς, σε συνεννόηση με ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες του καθεστώτος, όπως ο Ιωάννης Βουλπιώτης. 2
Ενώ τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν αρχικά ιδέα βενιζελικών αξιωματικών, στην πορεία έγιναν υπόθεση ακραίων φιλοβασιλικών. 

Αυτή η συμμετοχή στα Τάγματα Ασφαλείας τόσο βενιζελικών όσο και αντιβενιζελικών αξιωματικών δείχνει ενδεχομένως και τα όρια του παλαιού Εθνικού Διχασμού του αστικού κόσμου, που κρατούσε από την εποχή του Α Π.Π. και που διατηρήθηκε στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, γύρω από το πολιτειακό ζήτημα.
Αποτυπωνόταν έτσι, στο πλαίσιο του στρατεύματος, μια πρόωρη σύγκλιση όλου του αντι-ΕΑΜικού κόσμου, περιχαρακωμένη στο αφήγημα του αντικομμουνισμού, που προκλήθηκε, όπως είναι λογικό, από τον φόβο τους για κατάληψη της εξουσίας στη μεταπολεμική περίοδο από το ΕΑΜ, το οποίο πλέον είχε δυνατές κοινωνικές ρίζες.

Δύο είναι οι βασικοί λόγοι που σχηματίστηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας κατά το 1943-44, με καθοδήγηση και εξοπλισμό των γερμανικών αρχών κατοχής: η υποκίνηση των εμφύλιων συγκρούσεων, προκειμένου να αυξηθούν τα αντίποινα στο ΕΑΜ, καθώς ο αντικομμουνισμός ήταν έντονα ριζωμένος τόσο στους ναζί όσο και σε όλο το ελληνικό πλέγμα εξουσίας (πλην φυσικά του ΕΑΜ) και το «να εξοικονομηθεί γερμανικό αίμα». Τόσο απλά, τόσο κυνικά.

Εξάλλου, στο πνεύμα ότι τα Τάγματα Ασφαλείας «είναι ένα πολιτικό μέσο στην καταπολέμηση του κομμουνισμού» διατυπώθηκε και η ρήση του Γερμανού στρατιωτικού διοικητή της Ελλάδας στρατηγού Alexander Lohr στις 24/1/1944, ότι πρέπει «να αξιοποιηθεί πλήρως η αντικομμουνιστική μερίδα του ελληνικού λαού, έτσι ώστε να εκδηλωθεί φανερά και να εξαναγκαστεί σε απροκάλυπτη εχθρότητα κατά της κομμουνιστικής μερίδας»4
Επομένως τα Τάγματα Ασφαλείας, περισσότερο από στρατιωτική βοήθεια σε μπλόκα και εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της γερμανικής αντικομμουνιστικής εκστρατείας, καλούνταν να συμβάλουν στη διεύρυνση του πολιτικού χάσματος 5 και στην ανεπανόρθωτη διαίρεση μεταξύ αφενός του ΕΑΜικού χώρου και αφετέρου όλων των υπόλοιπων που τοποθετούνταν ιδεολογικά απέναντι του. 6 

Οι αγαστές άλλωστε σχέσεις Γερμανών και ταγματασφαλιτών εγγράφονται και στο τηλεγράφημα (2/8/1944) του Heinrich Himmler προς τον ανώτερο αρχηγό των SS και της Αστυνομίας στην Ελλάδα αντιστράτηγο Walter Schimana και μέσω αυτού στον Διονύσιο Παπαδόγγονα των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου, όπου χαρακτήριζε τα τελευταία «πιστά και γενναία τμήματα Ελλήνων εθελοντών». 

Οι περιοχές δράσης των Ταγμάτων αυτών, πέρα από τις υπόλοιπες ένοπλες δωσιλογικές οργανώσεις που ενεργούσαν σε άλλα μέρη της Ελλάδας (ΠΑΟ, ΕΑΣΑΔ κ.ά.), ήταν, εκτός από την Αθήνα κυρίως η Πελοπόννησος (Σπάρτη, Πύργος, Καλαμάτα, Τρίπολη, Πάτρα κ.ά.) και η Στερεά Ελλάδα (Αγρίνιο, Χαλκίδα). Στο τέλος της Κατοχής δρούσαν δέκα Τάγματα στην Πελοπόννησο, πέντε στην Αθήνα και από τρία στην Εύβοια και την Αιτωλοακαρνανία. Οι βασικότεροι λόγοι για τους οποίους χιλιάδες άνδρες εντάχθηκαν, εθελοντικά ή μη, στα Τάγματα συνοψίζονται στους εξής: για βιοποριστικούς λόγους ή για πλιάτσικο, ενώ άλλοι ήταν απλώς αντικομμουνιστές ή ανήκαν σε εθνικιστικές οργανώσεις που διαλύθηκαν από τον ΕΛΑΣ.

Τα Τάγματα Ασφαλείας Πελοποννήσου, από την αρχή του 1944, επιδόθηκαν σε άγρια εγκλήματα κατά του πληθυσμού (μπλόκα, συλλήψεις, εκτελέσεις, λεηλασίες χωριών κ,ά), όλα στο όνομα του «κομμουνιστικού κινδύνου» 7.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι όταν το Τάγμα του Λεωνίδα Βρεττάκου εισέβαλε στην Καλαμάτα (Ιανουάριος 1944), για να «απελευθερώσει την πόλη από το ΕΑΜ», προέβη σε συλλήψεις 200 ατόμων, εκ των οποίων οι περισσότεροι τουφεκίστηκαν. 

Ορισμένα από τα γνωστότερα ονόματα αξιωματικών, επικεφαλής των Ταγμάτων, που έδρασαν σε όλες τις προαναφερθείσες περιοχές είναι τα εξής: Ιωάννης Πλυτζανόπουλος, Βασίλειος Ντερτιλής, Διονύσιος Παπαδόγγονας, Λεωνίδας Βρεττάκος, Παναγιώτης Στούπας και Νικόλαος Κουρκουλάκος.

Προς το τέλος της Κατοχής, ΕΑΜικές πηγές υπολόγιζαν τους ταγματασφαλίτες της Πελοποννήσου και της Στερεός σε περίπου 11.000 (αν και ο αριθμός αυτός δεν μπορεί να θεωρείται απόλυτα ασφαλής), εκ των οποίων οι 1.500 βρίσκονταν στην Αθήνα. 8

Κατά τις μέρες πριν από την Απελευθέρωση, όταν οι γερμανικές δυνάμεις αποχωρούσαν από τη νότια Ελλάδα, οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ ενάντια στα Τάγματα Ασφαλείας της νότιας και δυτικής Πελοποννήσου έχουν μείνει χαραγμένες στη μνήμη πολλών. Αιματηρές υπήρξαν οι μάχες σε διάφορες περιοχές όπου είχαν περιχαρακωθεί ταγματασφαλίτες (Πύργος, Γαργαλιάνοι, Αχλαδόκαμπος, Μυστράς κ,ά.) 9.

Στον Μελιγαλά, όπου είχε καταφύγει η πλειονότητα των ταγματασφαλιτών Μεσσηνίας, ύστερα από διήμερη σκληρή μάχη (13- 15 Σεπτεμβρίου 1944), το επίσημο ανακοινωθέν του Γ.Σ του ΕΛΑΣ ανέφερε ότι σκοτώθηκαν συνολικά 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες».10

Η λεγόμενη "τελετή της σημαίας". Ο τελευταίος κατοχικός πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης την έχει παραδώσει στον διοικητή των Ταγμάτων Ασφαλείας Ιωάννη Πλυτζανόπουλο. Δεξιά από τον τσολιά ο υπουργός Παιδείας Νικόλαος Λούβαρις.

Πέρα όμως από τα ανταρτοδικεία που συγκροτούσε πολλές φορές ο ΕΛΑΣ και όπου εκτελούνταν ταγματασφαλίτες, ήταν πολύ συχνό το φαινόμενο τα μαινόμενα πλήθη των περιοχών που απελευθερώνονταν να επιχειρούν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους και να σκοτώσουν οι ίδιοι τους ένοπλους συνεργάτες των Γερμανών. 
Βέβαια υπήρξαν και αρκετά Τάγματα (όπως της Ναυπάκτου, της Τρίπολης, της Πάτρας, του Γυθείου, του Ναυπλίου, της Κορίνθου κ.ά.) που, ύστερα από διαπραγματεύσεις με τους Βρετανούς, με κυβερνητικούς παράγοντες, με στελέχη του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, ακόμη και με μέλη της τοπικής ΕΑΜικής ηγεσίας, παραδόθηκαν. 11

Κατά την ίδια περίοδο (Σεπτέμβριος - αρχές Οκτωβρίου 1944), στους δρόμους της Αθήνας λάμβαναν χώρα ολοένα και συχνότερες συγκρούσεις ανάμεσα σε δυνάμεις του ΕΛΑΣ και των Ταγμάτων Ασφαλείας.12 

Ο στόχος του ΕΑΜ, μετά την τελική αποχώρηση των Γερμανών από την πόλη (12 Οκτωβρίου), ήταν η σύλληψη των μελών τους. Ξεχωρίζει η απόπειρα σύλληψης του Θεόδωρου Πάγκαλου, εμπνευστή όπως είδαμε των Ταγμάτων Ασφαλείας, και του ανιψιού του προαναφερθέντος Διονύσιου Παπαδόγγονα,ταγματάρχη των Ταγμάτων της Αθήνας Θ. Παπαδόγγονα, που όταν στις 27 Οκτωβρίου εθεάθη έξω από το κτίριο των Παλαιών Ανακτόρων, απόσπασμα της Εθνικής Πολιτοφυλακής του ΕΛΑΣ επιχείρησε να τον συλλάβει και αυτός «εξαγαγών αστραπιαίως και στραφείς, επυροβόλησε τον επιχειρήσαντα να τον συλλάβη Γ. Κιάμο, ετών 18, τον οποίον και ετραυμάτισε θανασίμως».13 

Από την άλλη πλευρά, από τις 12 μέχρι τις 31 Οκτωβρίου δολοφονήθηκαν στην Αθήνα από την Εθνική Πολιτοφυλακή και τον ΕΛΑΣ 9 άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας. 14

Μια σπάνια φωτογραφία από το λιντσάρισμα 18 ταγματασφαλιτών στον Μελιγαλά από πολίτες στην κεντρική πλατεία της Καλαμάτας στις 17 Σεπτεμβρίου 1944

Το γεγονός αυτό προφανώς επέδρασε στην περαιτέρω καλλιέργεια πνεύματος αντεκδίκησης από τη μεριά των ταγματασφαλιτών, όπως θα δούμε παρακάτω. Προκειμένου λοιπόν να γλιτώσουν την οργή του κόσμου αλλά και την τιμωρία του ΕΛΑΣ, παρατηρήθηκε μεγάλη προσχώρηση μελών των ευζωνικών ταγμάτων της πρωτεύουσας είτε στον ΕΔΕΣ είτε σε εθνικιστικές ομάδες, όπως για παράδειγμα στη «X», που τότε μαζικοποιήθηκε ιδιαίτερα.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στις 11 Οκτωβρίου από τους περίπου 4.200 άνδρες των ευζωνικών ταγμάτων παρέμειναν έγκλειστοι στο στρατόπεδο της Σχολής Χωροφυλάκων στου Γουδή μόνο 903, «εν αυστηρά επιφυλακή» και «εν αναμονή διαταγών» του στρατηγού Σπηλιωτόπουλου, στρατιωτικού διοικητή τότε της Αθήνας, που είχε δώσει και τη σχετική εντολή. Ανάμεσα στους φυλακισμένους ταγματασφαλίτες της Αθήνας βρισκόταν και ο διοικητής τους Ιωάννης Πλυτζανόπουλος.

Ας σημειωθεί εδώ ότι η μεταστροφή στην αντιμετώπιση των Ταγμάτων Ασφαλείας από το επίσημο κράτος, ήδη από την επόμενη περίοδο, στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω, αποτυπώνεται και στο κλίμα κράτησης των ταγματασφαλιτών στο στρατόπεδο στου Γουδή, οι οποίοι θα λέγαμε παρέμεναν εκεί χωρίς να έχουν αφοπλιστεί πλήρως. Σύμφωνα μάλιστα με τα λεγάμενα του ταγματασφαλίτη και μετέπειτα αντισυνταγματάρχη πεζικού Παναγιώτη Κυριακού, στου Γουδή «απήλαυνον τον καθαρό αέρα της ελευθερίας», αναλαμβάνοντας δράση ενάντια στους «παρελαύνοντες αλήτες» του ΕΛΑΣ όποτε τους δινόταν η ευκαιρία. 15

Εξάλλου, και αυτό αποτελεί μια ακόμη ελληνική πρωτοτυπία κατά την απελευθερωμένη Ευρώπη, κυκλοφορούσαν στην Αθήνα εφημερίδες που κάθε άλλο παρά κριτική έκαναν στους δωσίλογους της Κατοχής και συγκεκριμένα στα Τάγματα Ασφαλείας. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «Μεγάλη Ελλάς», «Επίσημον Οργανον της Κεντρικής Επιτροπής της Εθνικής Δημοκρατικής Ενώσεως Ελληνοπαίδων (ΕΔΕΕ)» με υπεύθυνο έκδοσης τον I. Ιπποκράτη και κύριο αρθρογράφο τον παλαιό δημοσιογράφο και πολιτικό Ευστράτιο Κουλουμβάκη16

Η δίκη στο στρατοδικείο του ΕΛΑΣ του κατοχικού δημάρχου Καλαμάτας Ηλία Καρατζά κατηγορούμενου για προδοσία στις 13 Σεπτεμβρίου 1944.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό του αντι-ΕΑΜισμού, ενδεικτικά αναφέρουμε πως, σύμφωνα με τον Κουλουμβάκη, μπροστά στα εγκλήματα που διέπραξε στην Κατοχή το ΕΑΜ ενάντια στην αστική τάξη, «οι παρεκτροπές ή μάλλον υπερβολές» των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν πταίσματα που συμβαίνουν «εις παντός είδους και εθνικότητος στρατιωτικόν τμήμα (…) αλλά το σύνολον ήτο άξιον της Πατρίδος. Και αν δεν υπήρχαν τα τάγματα εκείνα η σφαγή θα ήτο μέχρις ίσως εθνικού εξαφανισμού μας. Διά τούτο εγώ τα αποκαλώ τάγματα Εθνικής Σωτηρίας». 17

Προκειμένου όμως να κατανοήσουμε καλύτερα τη μεταπολεμική πορεία ανδρών, είτε «επωνύμων» είτε όχι, των Ταγμάτων Ασφαλείας, καλό θα ήταν να σημειώσουμε ένα φαινομενικά παράδοξο γεγονός: τη διαφορετική στάση του πλέγματος εξουσίας (εξόριστη κυβέρνηση και Βρετανοί) προς τους συμμετέχοντες στα Τάγματα Ασφαλείας μετά τον Πόλεμο, σε σχέση με τη ρητορική τους κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής. Αυτή η αλλαγή βέβαια, καθώς ήταν ακόμη πολύ νωπές οι μνήμες από τις θηριωδίες, τις οποίες διέπραξαν μαζί με τους Γερμανούς ή και δρώντας αυτόνομα, θα έπρεπε να γίνει σταδιακά και με σχέδιο.

Τον Φεβρουάριο του 1944 στην κοινή σύσκεψη των ανταρτών Μυροφύλλου-Πλάκας, όπου συναντήθηκαν εκπρόσωποι του ΕΛΑΣ, του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ, παρουσία αντιπροσώπων της συμμαχικής στρατιωτικής αποστολής, οι «πρόθυμοι ένοπλοι Ελληνες συνεργάτες» των Γερμανών, δηλαδή τα Τάγματα Ασφαλείας, χαρακτηρίστηκαν όχι μόνο κοινός εχθρός όλων, αλλά και «εχθροί του έθνους, εγκληματίαι πολέμου, υπόλογοι εις αυτό διά πράξεις προδοσίας». 

Είχε προηγηθεί άλλωστε ραδιοφωνικό μήνυμα (6/1/1944) της κυβέρνησης Τσουδερού που χαρακτήριζε τα Τάγματα «προδότες» και ακολούθησε η Νομ. Πράξη υπ’ αριθ. 8 της ΠΕΕΑ (24/4/1944), που τους θεωρούσε «εχθρούς της πατρίδας, ενόχους εσχάτης προδοσίας», καθώς και ραδιοφωνικό μήνυμα της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου (6/9/1944) που τους ονόμαζε «ένοπλα σώματα εις την υπηρεσίαν του εχθρού» και «έγκλημα κατά της πατρίδος», ενώ και σύμφωνα με τη συμφωνία της Καζέρτας θεωρήθηκαν «όργανα του εχθρού» και «εχθρικοί σχηματισμοί».

Ετσι, ενώ υπήρξαν όλες αυτές και άλλες καταδίκες στη διάρκεια της Κατοχής από όλους τους φορείς εξουσίας (τόσο εντός όσο και εκτός ελλαδικού χώρου), ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου, οπότε αποχωρούσαν τα γερμανικά στρατεύματα από τη νότια Ελλάδα άρχισε να αναπροσαρμόζεται η αντιμετώπιση της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας προς τους άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, καθώς θα αποτελούσαν τη «χρυσή εφεδρεία» για τη διατήρηση της εξουσίας ενάντια σε ένα ενδεχόμενο σχέδιο επίθεσης από την πλευρά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Παρέλαση ΕΛΑΣιτών μετά τις μάχες τους κατά των ταγματασφαλιτών στην Καλαμάτα στις 11 Σεπτεμβρίου 1944. Χαιρετισμός από τον επίσκοπο Γυθείου Χρυσόστομο Δασκαλάκη.

Αξίζει βέβαια να αναφερθεί ότι  οι περισσότερες από τις παραπάνω καταγγελίες και καταδίκες της δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν σχετικά ασαφείς, χωρίς να αναφέρονται σε συγκεκριμένες οδηγίες, δίνοντας την εντύπωση, ιδιαίτερα προς το τέλος της Κατοχής, ότι γίνονταν πιο πολύ για να προειδοποιήσουν τα Τάγματα Ασφαλείας να παραδοθούν στους Βρετανούς, όπως θα δούμε και παρακάτω, και ουσιαστικά να σωθούν.

Ενδεικτικό είναι το προαναφερθέν τηλεγράφημα του Παπανδρέου, ύστερα από πιέσεις του Foreign Office (που αναγνώριζε τη σημασία εισόδου του ΕΑΜ στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας), με το οποίο αποκήρυσσε μεν τα Τάγματα Ασφαλείας και καλούσε τους άνδρες τους να περάσουν στη συμμαχική πλευρά, αλλά δεν συνοδευόταν από συγκεκριμένες  εντολές, αντικατοπτρίζοντας την πεποίθηση των περισσότερων υπουργών της κυβέρνησης, που θεωρούσαν τα Τάγματα αποτελεσματικό αντίβαρο στο ΕΑΜ. Επίσης το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο στην Ιταλία σχολίασε ότι θα προτιμούσε τα Τάγματα Ασφαλείας «να παραμείνουν οπλισμένα σε στρατιωτικούς καταυλισμούς».18

Η μόνη σαφής και αρκετά αυστηρή τοποθέτηση-καταδίκη των Ταγμάτων Ασφαλείας έγινε στην προαναφερθείσα Νομ. Πράξη αριθ. 8 της ΠΕΕΑ, όπου αναφέρεται σχετικά: «Οποιος συνεργάζεται με τους Γερμανούς και τους Βούλγαρους κατακτητές στην καταπολέμηση του εθνικού αγώνα και την καταπίεση του ελληνικού λαού είτε με τη συμμετοχή στη δήθεν κυβέρνηση που αυτοί εγκαθίδρυσαν, είτε με την κατάταξή του στα Τάγματα Ασφαλείας που συγκρότησαν, είτε με την υποστήριξή του σε αυτά τα όργανα των κατακτητών είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, κηρύσσεται εχθρός της Πατρίδας, ένοχος εσχάτης προδοσίας και τιμωρείται με την ποινή του θανάτου και με δήμευση της περιουσίας του». 

Στο ίδιο πνεύμα, ο στρατηγός Σαράφης, μιλώντας εκ μέρους του ΕΛΑΣ, σε μια προκήρυξή του (3/9/1944), μεταξύ άλλων, σημειώνει: «Οι στρατιώτες των ταγμάτων θα σώσουν τη ζωή τους, εφόσον παραδοθούν με τον οπλισμό τους».

Από την άλλη πλευρά προκειμένου να αντιληφθούμε το σκεπτικό της πλειονότητας της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας σχετικά με τη μεταπολεμική τύχη των Ταγμάτων Ασφαλείας, είναι χρήσιμο να σημειώσουμε τη βασική στόχευση του εκτελούντος εκείνες τις κρίσιμες εβδομάδες χρέη γενικού διευθυντή στο υπουργείο Εθνικής Αμύνης, στρατιωτικού διοικητή Αθηνών και υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλου σχετικά με τη διατήρηση των Ταγμάτων ως εφεδρείας για την επικείμενη αναμέτρηση με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όπως αποκαλύπτει ο επιτελάρχης του, αντιστράτηγος Θεόδωρος Γρηγορόπουλος«Εκρίθη συμφερώτερον όπως τα Τάγματα ασφαλείας μη εξωθηθούν παρ’ ημών εις διάλυσιν, αλλ' αφεθούν να παραμείνουν εν λειτουργία άνευ δράσεως», για να συμπληρώσει πως «εννοείται ότι αι ανωτέρω σκέψεις δεν είχον ανακοινωθή παρά εις ελάχιστους εκ των άμεσων συνεργατών μας, η δε έναντι των ταγμάτων ασφαλείας επίσημος στάσις του Στρατιωτικού Διοικητού ελήφθη πρόνοια να παρουσιάζεται σύμφωνος προς την θέσιν την οποίαν έναντι αυτών είχε λάβει η Κυβέρνησις Καΐρου».19

Ταγματασφαλίτες, προσωρινά κρατούμενοι των Βρετανών, πριν αξιοποιηθούν για την αντιμετώπιση του ΕΑΜικού κινήματος.

Είναι ενδιαφέρον όμως να δούμε και την επαμφοτερίζουσα στάση των Βρετανών απέναντι στα Τάγματα Ασφαλείας. Ενώ την άνοιξη του 1944 οι Βρετανοί τα καταδίκαζαν, στις 4 Ιουνίου, έπειτα από αίτημα της κυβέρνησης Παπανδρέου, οι αγγλικές υπηρεσίες διέκοψαν τη ρίψη προκηρύξεων στην κατεχόμενη Ελλάδα οι οποίες κατήγγελλαν τα Τάγματα Ασφαλείας. Επίσης η ελληνική υπηρεσία του BBC στις εκπομπές της προς την Ελλάδα διέκοψε όλες τις άμεσες καταγγελίες κατά των Ταγμάτων, έπειτα από εντολή του Foreign Office, το οποίο προφανώς αντιμετώπιζε θετικά το ενδεχόμενο ένταξης αυτών των σωμάτων στον εθνικό στρατό, που σχεδίαζαν οι αρμόδιες υπηρεσίες στο Κάιρο.20

Επιπλέον, τον Σεπτέμβριο, πολλά Τάγματα της Πελοποννήσου (όπως της Κορίνθου, της Πάτρας, του Ναυπλίου και της Τρίπολης) 21 με τα οποία δεν είχε δώσει μάχη ο ΕΛΑΣ, έπειτα από παρέμβαση υπουργών της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, 22 και των Βρετανών, δέχονταν να παραδοθούν μόνο στους τελευταίους, με τους οποίους, όπως πίστευαν και οι Αμερικανού είχαν μυστικά καλές σχέσεις.
Οι ταγματασφαλίτες που παραδόθηκαν στους Βρετανούς και αφοπλίστηκαν, φυλακίστηκαν, αρχικά στο Ναύπλιο, την Ιταλία και τον Αραξο, για να μεταφερθούν μέχρι τις 18 Οκτωβρίου στις Σπέτσες, όπου «δεν είχε πατήσει το πόδι του» ο ΕΛΑΣ.23

Ουσιαστικά φυλάσσονταν εκεί για προστασία από το οργισμένο πλήθος και τον ΕΛΑΣ και στις 31 Οκτωβρίου θα επαναφυλακίζονταν και αυτοί με τους υπόλοιπους «συναδέλφους» τους της Αθήνας στο στρατόπεδο στου Γουδή. Ενδεικτικό όλων των παραπάνω είναι ότι το Τάγμα Ασφαλείας Κορίνθου φόρεσε καινούργιες στολές αγγλικού τύπου και στη συνέχεια, στις 10 Οκτωβρίου, μετονομάστηκε σε «Εθνικήν Οργάνωσιν Εσωτερικής Αντιστάσεως του ΕΔΕΣ»24 

Πρώτο στάδιο για τη διαδικασία της de facto ενσωμάτωσής τους στον εθνικό κορμό είναι η συμμετοχή των περισσότερων κρατούμενων ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας στα Δεκεμβριανά, ενάντια φυσικά στον ΕΛΑΣ. 

Ηδη πριν ξεκινήσουν οι εχθροπραξίες των Δεκεμβριανών, ενδεικτική των προθέσεων της κυβέρνησης σχετικά με τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν η δημοσίευση από το υπουργείο Εθνικής Αμύνης ενός καταλόγου αξιωματικών που θα αναλάμβαναν να οργανώσουν την Εθνοφυλακή, η οποία θα αντικαθιστούσε την Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ από την 1η Δεκεμβρίου: οκτώ από τους δεκατέσσερις αξιωματικούς αυτής της λίστας είχαν υπηρετήσει στα Τάγματα Ασφαλείας.25

Αλλωστε, πιο πριν, στα μέσα Νοεμβρίου, έγινε γνωστό ότι ο υφυπουργός Στρατιωτικών Λάμπρος Λαμπριανίδης διόρισε περισσότερους από 100 αξιωματικούς των Ταγμάτων στα υπό συγκρότηση τμήματα Εθνοφυλακής, αλλά όταν στις 25 του ίδιου μήνα έγινε γνωστό αυτό, ο Λαμπριανίδης αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Πτολεμαίο Σαρηγιάννη, κάτι που ερμηνεύτηκε, λανθασμένα θεωρούμε, ως υποχώρηση του Παπανδρέου απέναντι στο ΕΑΜ.26

Το πώς εντάχθηκαν οι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας στον κυβερνητικό στρατό κατά τα Δεκεμβριανά, όταν τμήματα του ΕΛΑΣ είχαν περικυκλώσει μέλη της «X» στο Θησείο, αποκαλύπτει με άρθρο του στο περιοδικό «Πολιτικά Θέματα» (4/12/1978) ο παλιός βενιζελικός, τότε υφυπουργός των Στρατιωτικών, συνταγματάρχης Λεωνίδας Σπαής«Στις 12 Δεκεμβρίου [...] αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθούν ενάντια στο ΕΑΜ τα Τάγματα Ασφαλείας. Η εισήγηση ήταν των Αγγλων και η απόφαση δική μου. (…) Συνολικά υπήρχαν 27.000 άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας. Χρησιμοποίησαμε 12.000, τους λιγότερο εκτεθειμένους και οπωσδήποτε κανένα από τα σημαίνοντα στελέχη. Τους ντύσαμε και τους εξοπλίσαμε -αφού τους πήραμε από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, κυρίως στο Γουδί- στο κτίριο των Παλαιών Ανακτόρων [...] Δημιουργήθηκαν νέα Τάγματα Εθνοφυλακής και έτσι κατορθώθηκε μια ισορροπία δυνάμεων. Δεν είναι αλήθεια ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν Τάγματα Ασφαλείας στα Δεκεμβριανά, όπως τότε και αργότερα ισχυρίζονταν Αγγλοι και Ελληνες. Χρησιμοποιήθηκαν οι μισοί περίπου από όσους είχαν συλληφθή και αυτή είναι η αλήθεια [...]  Οπως ακόμα, ότι στα Δεκεμβριανά δεν πολέμησαν ούτε ο Παπαδόπουλος, ούτε ο Μακαρέζος. Ο πρώτος ήταν υπασπιστής του Παυσανία Κατσώτα, τότε στρατιωτικού διοικητού Αθηνών. Ο δεύτερος ήταν γραμματέας στο υπασπιστήριό μου, ως υφυπουργού Στρατιωτικών».27

Η σχετική εισήγηση χρησιμοποίησης των ταγματασφαλιτών στις μάχες είχε γίνει στις 9 Δεκεμβρίου από τον Θρασύβουλο Τσακαλώτο28 Αλλωστε, από τις 7 Δεκεμβρίου,1.200 περίπου άνδρες των Ταγμάτων, εξοπλισμένοι από την Ορεινή Ταξιαρχία, υπερασπίζονταν ήδη τους στρατώνες στου Γουδή, μέχρι την άφιξη περισσότερων βρετανικών στρατευμάτων, 20 μέρες αργότερα.29

Οπως γίνεται προφανές, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, τα πρώην μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας, καθώς και κάθε λογής ακροδεξιά, φιλομοναρχικά στοιχεία και δωσίλογοι της Κατοχής που βρίσκονταν υπό δικαστικό έλεγχο, επιχείρησαν να ενταχθούν στο στρατόπεδο των μηχανισμών της εθνικοφροσύνης, μέσω των υπηρεσιών τους στον ακραίο αντικομμουνισμό.

Η πρώτη σελίδα του "Εμπρός" (22 Φεβρουαρίου 1945) με τη δίκη των δωσίλογων τέως πρωθυπουργών και υπουργών. Αριστερά Ιω. Ράλλης και δεξιά ο Κων. Τσολάκογλου με τον κατοχικό υπουργό Νικ. Λούβαρι μετέπειτα ακαδημαϊκό.

Αυτή η επιχείρηση ταύτισης των Ταγμάτων Ασφαλείας με τον πατριωτισμό, συνδέοντάς τον άμεσα με την αντιμετώπιση του «κομμουνιστικού εγκλήματος» τόσο κατά την Κατοχή όσο και μετά την Απελευθέρωση, ιδιαίτερα στα Δεκεμβριανά, τους πρόσφερε μια πολιτική αναβάπτιση και την ταυτόχρονη απόσειση των ευθυνών τους σε σχέση με τα δεινά που προκάλεσαν στη χώρα την κατοχική περίοδο. 30

Επόμενο των παραπάνω ήταν το δεύτερο σημαντικό βήμα για την περαιτέρω ενσωμάτωση, de jure αυτήν τη φορά, των ταγματασφαλιτών στο εθνικό, αντικομμουνιστικό αφήγημα: οι λεγόμενες δίκες των δωσίλογων της Κατοχής. Επρόκειτο ουσιαστικά για παρωδία δικών, καθώς σε αλλεπάλληλες δίκες αθωώθηκαν σχεδόν όλοι οι αξιωματικοί των Ταγμάτων.31

Στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων Αθήνας (κτίριο της οδού Σανταρόζα) η πρώτη δίκη των δωσίλογων πρωθυπουργών, μεταξύ των οποίων και ο Ράλλης, στη θητεία του οποίου ιδρύθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας, ξεκίνησε στις 21/2/1945 και διήρκεσε έως τις 31/5/1945.
Να σημειωθεί ότι κλήθηκαν από τον πρόεδρο αρκετοί μάρτυρες κατηγορίας από τη δημόσια ζωή (πολιτικοί, δημοσιογράφοι κ.ά.), που καταδίκασαν έστω χλιαρά την ίδρυση και δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο Παπανδρέου, μεταξύ άλλων, κατέθεσε: «Επανειλημμένως η βρετανική κυβέρνηση μου συνέστησε να καταγγείλω τα Τάγματα. Οι σύμμαχοι σαφώς τα αντεπάθουν και ήθελαν την διάλυσίν των». Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανέφερε: «Είναι αφάνταστος η ζημία που έγινε εις το εξωτερικόν με την ίδρυσιν των Ταγμάτων», για να προσθέσει ότι στην Τρίπολη ο Παπαδόγγονας εσκότωσε, εκρέμασε, εδήωσε και το αποτέλεσμα ήταν να πενταπλασιασθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες η δύναμη του ΕΛΑΣ, καθώς και ότι ο Κουρκουλάκος και ο Παπαδόγγονας είχαν επιστρατεύσει μερικούς αλήτες.32 

Αρκετοί από αυτούς με τις καταθέσεις τους ουσιαστικά μετατράπηκαν σε μάρτυρες υπεράσπισης.Χαρακτηριστικά, ο πρώην και μετέπειτα πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης κατέθεσε, μεταξύ άλλων: «Είναι γνωστός ο σκοπός των ταγμάτων. Εγιναν διά να χτυπήσουν τα δήθεν Τάγματα αντιστάσεως του ΕΑΜ. Διά της ιδρύσεώς των η κυβέρνησις θέλησε να διασφάλιση την δημοσίαν τάξιν». Ο τέως διοικητής της Εθνικής Τράπεζας και μετέπειτα πρωθυπουργός Δημήτριος Μάξιμος ανέφερε: «Τα Τάγματα Ασφαλείας δι’ όλους ημάς υπήρξαν χρησιμώτατα Εις την ύπαιθρον παρέσχον μεγάλην συνδρομήν. Ο λαός ανέπνεε μόλις έβλεπε τα Τάγματα», ενώ ο πρώην υπουργός Γεώργιος Στράτος κατέθεσε πως τα Τάγματα προκαλούσαν τον ενθουσιασμό και θεωρούνταν σωτήρες του λαού.33 

Ο εγκληματίας πολέμου διοικητής των SS στην Ελλάδα, Βάλτερ Σιμάνα, επιβλέπει την εκπαίδευση των γερμανοτσολιάδων με την συνδρομή Ελληνα επίσημου, πιθανότατα του Νικόλαου Λούβαρι, υπουργού Παιδείας και καθηγητή Θεολογίας.

Η δικαστική απόφαση 49/1945 για την ευθύνη του Ράλλη αναφορικά με την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας υπήρξε αθωωτική. Τμήμα του αιτιολογικού είναι το εξής: «Εν προκειμένω, ως απεδείχθη εκ της αποδεικτικής διαδικασίας, η υπό του κατηγορουμένου I. Ράλλη και υπό την προεδρίαν της κυβερνήσεώς του συγκρότησις Ταγμάτων Ευζώνων (Τάγματα Ασφαλείας) δεν αποσκόπησεν ούτε εις την άσκησιν βίας καθ’ Ελλήνων ένεκα της δράσεως αυτών κατά των Γερμανών ή Ιταλών, ουδέ ως την διέγερσιν εμφυλίου πολέμου, αλλά κατά την βούλησιν των συγκροτησάντων αυτά, εις την αποκατάστασην της δημοσίας τάξεως εν τη υπαίθρω και εις τας_πόλεις, ήτις είχε επικινδύνως από του θέρους 1942 διασαλευθή ως εκ της δράσεως κακοποιών στοιχείων»34

Αντίστοιχα, στο νομολογιακό πνεύμα της προηγούμενης δικαστικής απόφασης, κατά το 1945-46 εκδόθηκεμια σειρά απαλλακτικών βουλευμάτων για πρώην ταγματασφαλίτες -στην πλειονότητά τους 18 έως 22 χρόνων και ήδη ενταγμένους στην Εθνοφυλακή-μολονότι είχαν συμμετάσχει σε ναζιστικά αντίποινα και δολοφονίες αντιστασιακών.

Λίγοι μόνο ταγματασφαλίτες παραπέμφθηκαν σε δίκη, 35 για καθαρά «ποινικές υποθέσεις», κυρίως για περιπτώσεις εκβιασμών ή/και καταδόσεις πατριωτών στις δυνάμεις Κατοχής. Ορισμένοι αξιωματικοί της συνωμοτικής ομάδας ΙΔΕΑ, προκειμένου να καταλάβουν καίριες θέσεις στους κόλπους του στρατού, παρουσιάζονταν στις δίκες ταγματασφαλιτών ως μάρτυρες υπεράσπισης, χαρακτηρίζοντας μάλιστα πολλές φορές τα Τάγματα «σήμα κατατεθέν» του έθνους36 Ορισμένες φορές μάλιστα όχι μόνο αθωώνονταν κατηγορούμενοι ταγματασφαλίτες, αλλά δικαιώνονταν και νεκροί. 
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του συνταγματάρχη Διον. Παπαδόγγονα, εκ των επικεφαλής των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου και γνωστού τόσο για εγκλήματα που είχε διαπράξει όσο και για τις αγαστές σχέσεις του με τους ναζί, που σκοτώθηκε από σφαίρα στα Δεκεμβριανά και προάχθηκε, κατ’ εφαρμογή ενός κατοχικού νόμου, τον Αύγουστο του 1945, μετά θάνατον δηλαδή. Το γεγονός αυτό όμως προκάλεσε σε τέτοιο βαθμό το δημόσιο αίσθημα, ώστε λίγες μέρες μετά η προαγωγή ακυρώθηκε. 37

Συμπερασματικά, η ανακήρυξη του αντικομμουνισμού σε επίσημη κρατική ιδεολογίαεπέτρεψε στους κατηγορουμένους να χρησιμοποιήσουν την ένταξή τους στα Τάγματα Ασφαλείας ως αντικομμουνιστική περγαμηνή, με αποτέλεσμα τα δικαστήρια να δέχονται τη συμμετοχή τους σε αυτά ως ελαφρυντική περίσταση.
Η αποδοχή από τα δικαστήρια των Ταγμάτων Ασφαλείας ως νόμιμων οργάνων τήρησης της δημόσιας τάξης ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την αντιμετώπιση από τα δικαστήρια αυτά μελών του ΕΑΜ, που πολλές φορές μετατρέπονταν από μάρτυρες κατηγορίας σε κατηγορούμενους.

Ενα τρίτο στάδιο όπου αντικατοπτρίζεται η ενσωμάτωση των πρώην αξιωματικών των Ταγμάτων Ασφαλείας στον εθνικό κορμό αφορά την επανένταξη των περισσότερων από αυτούς στο στράτευμα, καθώς λόγω του αντι-ΕΑΜισμού τους θεωρήθηκαν αξιόπιστοι και σε πρακτικό επίπεδο ιδιαίτερα χρήσιμοι για τη διεξαγωγή του επερχόμενου εμφύλιου πολέμου. 

Μέσα στο 1945, στο σώμα αξιωματικών του στρατεύματος είχαν προσχωρήσει 228 άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και άλλων παρακρατικών οργανώσεων. 

Ηδη τον Ιούνιο, η «Λευκή Βίβλος» του ΕΑΜ κατέγραψε τα ονόματα 59 αξιωματικών που είχαν επανενταχθεί στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας (αρχικά στην Εθνοφυλακή και σταδιακά στη Χωροφυλακή και την Αστυνομία), ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου έγινε γνωστό ότι 117 βαθμοφόροι των Ταγμάτων είχαν εισαχθεί στη Σχολή Ευελπίδων για να εξελιχθούν σε στρατιωτικούς καριέρας. 
Από τα μέσα μάλιστα του 1946, όταν μετά τις εκλογές ανέλαβε την κυβερνητική εξουσία το Λαϊκό Κόμμα, τα πρώην στελέχη των Ταγμάτων Ασφαλείας ενσωματώνονταν μαζικά στον στρατό και στα σώματα ασφαλείας. Υπολογίζονται σε περίπου 1.300 αξιωματικούς. 

Ενδεικτικά θα αναφέρουμε κάποιους από τους αξιωματικούς των Ταγμάτων που επανεντάχθηκαν και προήχθησαν σε ψηλούς βαθμούς της ιεραρχίας: ο διοικητής του Τάγματος Καλαμάτας Διονύσιος Παπαδόπουλος υπηρετούσε το φθινόπωρο του 1945 ως διοικητής τάγματος του ελληνικού στρατού στο Κάτω Νευροκόπι κι αργότερα έφτασε μέχρι τον βαθμό του ταξιάρχου, ο διοικητής του Τάγματος Ασφαλείας Σπάρτης αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κωστόπουλος προήχθη σε υποστράτηγο και φρούραρχο Αθήνας, ενώ ο διοικητής του Τάγματος Ναυπλίου Παναγιώτης Δεμέστιχας έφτασε στον βαθμό του ταξιάρχου.

Η πιο εντυπωσιακή περίπτωση υπήρξε ωστόσο αυτή του υποδιοικητή των ταγματασφαλιτών της Χαλκίδας συνταγματάρχη Χρήστου Γερακίνη, που λίγο μετά τη Βάρκιζα διορίστηκε υποδιοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Ο διοικητής του A' Ευζωνικού Τάγματος Γ. Σγούρος τοποθετήθηκε το 1948 διοικητής του A' Τάγματος στη Μακρόνησο. 38

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαχείριση της μνήμης των Ταγμάτων Ασφαλείας μέσα από τον πολιτικό λόγο ορισμένων βουλευτών στο εμφυλιοπολεμικό Κοινοβούλιο, μετά τις εκλογές του 1946. Συνεπέστεροι εκφραστές της αποκατάστασης των ταγματασφαλιτών αναδείχθηκαν οι βουλευτές Αρκαδίας Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, Αθηνών Ευστράτιος Κουλουμβάκης και Λακωνίας Νικόλαος Καράμπελας. Η δυναμικότερη παρέμβαση αυτών και κάποιων ακόμη βουλευτών έγινε στις 27 Οκτωβρίου 1948, κατά τη συζήτηση του νόμου 844 για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης (εννοείται όχι της ΕΑΜικής), όπου ζήτησαν να ταυτιστούν οι ταγματασφαλίτες με τους εθνικόφρονες αντιστασιακούς (ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ κ.ά), αιτούμενοι ουσιαστικά αμνηστία, κάτι που δεν επιτεύχθηκε τότε θεσμικά.

Ο φούρνος του Γκουραμάνη, ο φούρνος -τάφος όπου κάηκαν ζωντανά ύστερα από βασανιστήρια, από τους ταγματασφαλήτες εβδομήντα γυναικόπαιδα του Χοριάτη (φωτογραφία και λεζάντα από τη "Λαϊκή Φωνή" όργανο του Γ.Π Μακεδονίας του ΚΚΕ 11 Δεκεμβρίου 1944)

Ας δούμε και κάποιες ενδεικτικές περιπτώσεις μετεμφυλιακής «καριέρας» ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας σε άλλα πεδία της δημόσιας σφαίρας. Ο Χρήστος Γερακίνης, που συναντήσαμε και νωρίτερα, εκλέχτηκε βουλευτής Χαλκίδας με τον Ελληνικό Συναγερμό και το 1954 διορίστηκε υφυπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Παπάγου. Ο προαναφερθείς βουλευτής Γυθείου από το 1946 Νικόλαος Καράμπελας με το Λαϊκό Κόμμα, ο οποίος ήταν στέλεχος του εκεί Τάγματος Ασφαλείας.

Αναφορικά με τον πρώην δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, ενώ έχουν ακουστεί πολλά για ανάμειξή του στα Τάγματα Ασφαλείας (ακόμη και σε έρευνες δημοσιευμένες στο εξωτερικό), το πιθανότερο, αλλά όχι βέβαιο, σύμφωνα με τον ιστορικό Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, είναι ότι δεν συμμετείχε άμεσα σε αυτά. 39 
Ωστόσο, επί χούντας- και μάλιστα όπως φαίνεται με προσωπική εντολή του Παπαδόπουλου- ένα άλλο διαβόητο στέλεχος των Ταγμάτων Ασφαλείας, ο Νικόλαος Κουρκουλάκος, έκανε καριέρα ως διοικητής της Αγροτικής Τράπεζας, καθώς διορίστηκε στο πόστο αυτό στις13/2/1969.

Ο στρατηγός Πατίλης, πρώην στέλεχος του Τάγματος Ασφαλείας Ναυπάκτου, διετέλεσε υπουργός Β. Ελλάδας (1967-68) και β' αντιπρόεδρος της κυβέρνησης (1968-70).

Η χούντα επιχείρησε να εντάξει «φωτογραφικά» τα Τάγματα Ασφαλείας σας αντιστασιακές οργανώσεις με το ΝΔ179/1969, αλλά ακόμη και αυτή αποδείχθηκε σχετικά απρόθυμη να αναγνωρίσει ανοιχτά την «προσφορά» των Ταγμάτων, καθώς προφανώς έκρινε ότι θα προκαλούσε περαιτέρω ζημιά στην ήδη πληγωμένη δημόσια εικόνα της εντός και κυρίως εκτός Ελλάδας.

Τέλος, όπως εύστοχα σημειώνει ο Τάσος Κωστόπουλος, η μνήμη των πρώην ταγματασφαλιτών πολλές φορές αυτολογοκρινόταν, καθώς οι δωσιλογικές πράξεις τους δεν μπορούσαν εύκολα να γίνουν δημόσια αποδεκτές.
Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στα μέσα της δεκαετίας του '50, όταν η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού ζήτησε από πολλούς αξιωματικούς των πρώην Ταγμάτων Ασφαλείας να συντάξουν «λεπτομερή έκθεσιν» της δράσης τους στην Κατοχή, προκειμένου να γραφτεί η επίσημη «συγγραφή της ιστορίας Εθνικής Αντιστάσεως διά την χρονικήν  περίοδον 1941-44, με θέμα την συγκρότησιν των Ταγμάτων Ασφαλείας [και] τας διεξαχθείσας υπό τούτων επιχειρήσεις», πολλοί από αυτούς δεν απάντησαν, προτιμώντας τη σιωπή. Ανάμεσα σε αυτούς που δεν απάντησαν ήταν και τα σημαντικότερα στελέχη τους: Πλυτζανόπουλος (Αθήνα), Κουρκουλάκος (Πάτρα), Ταβουλάρης (Τρίπολη), Γερακίνης (Εύβοια), Μουστακόπουλος (Ναύπλιο), κ.ά., ενώ αυτοί που προθυμοποιήθηκαν περισσότερο να απαντήσουν στο αίτημα της ΔΙΣ ήταν τα μέλη των μονάδων που βρίσκονταν στη νότια Πελοπόννησο και που έδωσαν τις σκληρότερες μάχες με τον ΕΛΑΣ το φθινόπωρο του 1944. 40

Εξάλλου, στο πλαίσιο αυτό της στρατηγικής της λήθης της κατοχικής δράσης τους, πρώην μέλη των Ταγμάτων συμμετείχαν επίσης σε διάφορες συνωμοτικές ομάδες, όπως ο ΙΔΕΑ, αλλά και σε παραστρατιωτικές και παρακρατικές οργανώσεις, δεδομένου ότι από τη φύση τους στην Κατοχή ήταν ημιστρατιωτικές ομάδες που δρούσαν με τη δομή των Ταγμάτων Εφόδου. Οι πρώην ταγματασφαλίτες αποτελούσαν τον κατεξοχήν μηχανισμό που καθόρισε τη συγκρότηση και τη μορφή των δυνάμεων του παρακράτους μεταπολεμικά και είχαν κάθε λόγο να επιδίδονται σε εθνικιστική πλειοδοσία, καθώς επιχειρούσαν, όπως είδαμε και προηγουμένως, να αποφύγουν να λογοδοτήσουν δικαστικά για τον δωσιλογισμό τους. 41

Συμπερασματικά, σε όλη τη μεταπολεμική και ιδιαίτερα τη μετεμφυλιακή περίοδο, καθώς δεν ήταν εύκολο οι «πρόθυμοι συνεργάτες» των Γερμανών να μετατραπούν αυτόματα σε «ήρωες», τους επιφυλάχθηκε σιωπηρά, αλλά μεθοδευμένα, η θέση των «θυμάτων του ΕΛΑΣ», στο πλαίσιο του μετεμφυλιακού εθνικού αντικομμουνιστικού αφηγήματος. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι παρατηρήθηκε μια άνευ θορύβου ένταξη των ανδρών και των αξιωματικών των Ταγμάτων Ασφαλείας στον ευρύτερο κρατικό μηχανισμό (στρατός, δημόσιες υπηρεσίες, πολιτική σφαίρα) ή η δραστηριοποίησή τους σε ποικίλες παρακρατικές οργανώσεις, επιτρέποντας τη σιωπηλή αποκατάστασή τους.

Παραπομπές

1 Ο πραγματικός λόγος δημιουργίας των Ταγμάτων Ασφαλείας καταγράφεται και σε επιστολή του δωσίλογου πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη προς τον στρατηγό των ναζί Hans Speidel στις 20 Δεκεμβρίου 1943, βλ. Μ. Χαραλαμπίδης, «Διεύθυνση Ειδικής Ασφάλειας του Κράτους. Η αιχμή του αντικομμουνιστικού αγώνα της κυβέρνησης Ράλλη στην κατοχική Αθήνα», στο Π. Βόγλης, Φ. Τσίλαγα, I. Χανδρινός, Μ. Χαραλαμπίδης (επιμ.), Η εποχή των ρήξεων. Η ελληνική κοινωνία στη δεκαετία του 1940, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2012, σ. 169: «Γνωρίζετε, Εξοχότατε, ότι η κυβέρνησή μου ανέλαβε με θάρρος τον αγώνα εναντίον του κομμουνιστικού κινήματος. Οι συνεχείς προσπάθειες μου για στρατολόγηση και εξοπλισμό πιστών σωμάτων ασφαλείας, τα οποία χρησιμοποιούνται ήδη εναντίον των κομμουνιστών στην πρωτεύουσα, σας είναι επίσης γνωστές [...] Η κυβέρνησή μου δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει μέσα, όσο σκληρά και αν πρέπει να είναι, εναντίον των οπλισμένων αναρχοκομμουνιστικών στοιχείων [...]».

2 0 επιχειρηματίας και συνεργάτης των Γερμανών Ιωάννης βουλπιώτης ήταν στην περίοδο της Κατοχής αντιπρόσωπος της Siemens Ελλάδας, βλ.Δημήτρης Κουσουρής, Δίκες των δοσιλόγων, 1944-1949. Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη, Πόλις, Αθήνα, 2014, σ. 60, Σπύρος Γασπαρινάτος, 0ι ελληνικές κατοχικές κυβερνήσεις. Δίκες κατοχικών δοσιλόγων και εγκληματιών πολέμου, Εστία, Αθήνα, 2015, σ. 98,105, Ιζαμπέλλα Παλάσκα, Αγγελος ή δαίμων. 0 αμφιλεγόμενος πατέρας μου, Λιβάνης, Αθήνα, 2012, σ. 317-323. Αναφορικά με τους Πάγκαλο και Γονατά, η συμβολή τους στη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας επικεντρώθηκε -εκτός των άλλων- και στην προσέλκυση έμπειρων αξιωματικών του ελληνικού στρατού, κυρίως από τον ΕΔΕΣ Αθήνας, για τη στελέχωση των Ταγμάτων. Σημειωτέον δε ότι οι διεργασίες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα τη διάσπαση του ΕΔΕΣ Αθήνας, ανάμεσα στο αντιστασιακό-δημοκρατικό τμήμα του και σε αυτό που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς στη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας, γνωστό και ως «προδοτικός» ΕΔΕΣ. Βλ. Χαραλαμπίδης, «Διεύθυνση Ειδικής Ασφάλειας...», ό.π., α. 170-171.

3 Τάσος Κωστόπουλος, Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη, Φιλίστωρ, Αθήνα, 2005, σ. 27.

4 Hagen Fleischer, «Νέα στοιχεία για τη σχέση γερμανικών αρχών Κατοχής και Ταγμάτων Ασφαλείας», Μνήμων, τομ. 8,1980-1 σ.193

5 Η δράση των Ταγμάτων προετοίμαζε το έδαφος γι’ αυτό που οι ναζιστικές υπηρεσίες ονόμαζαν «θέση του χάους», δυναμικές, βίαιες ενέργειες (π.χ. ανατίναξη λιμανιών και εργοστασίων, σύλληψη πολιτικών, μαζικές εκτοπίσεις στη Γερμανία, αιματηρές επιχειρήσεις κατά της Αντίστασης κ.ά.), προκειμένου, κατά την αποχώρησή τους από την Ελλάδα, η χώρα να βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης και αναρχίας, βλ. Πολυμερής Βόγλης. Η ελληνική κοινωνία στην Κατοχή, 1941-1944, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2010, σ. 130.

6 Mark Mazower, Η Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1994, σ. 355, Στρατός Δορδανάς, «Τάγματα Ασφαλείας και αυτόνομες μονάδες», Καθημερινή, 31/12/2010.

7 Ανάμεσα στα άλλα δεινά που προκάλεσαν, καλό είναι να σημειωθούν και οι κατασχέσεις από τους Γερμανούς και τα Τάγματα Ασφαλείας ειδών που πρόσφερε ως βοήθεια ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός σε διάφορες περιοχές της χώρας το 1944, βλ. Γιάννης Σκαλιδάκης, «Η διανομή της ξένης βοήθειας στην επαρχία την περίοδο της κατοχής. Κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις», στο Πολυμερής Βόγλης, Φλώρα Τσίλαγα, Ιάσονας Χανδρινός, Μενέλαος Χαραλαμπίδης (επιμ.), Η εποχή των ρήξεων. Η ελληνική κοινωνία στη δεκαετία του 1940, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2012, σ. 41-42.

8 Σύμφωνα με το Δελτίο Πληροφοριών του ΕΛΑΣ της 1ης Οκτωβρίου 1944, στην ύπαιθρο οι ταγματασφαλίτες ήταν 13.880, ήτοι 7.600 στην Πελοπόννησο, 1.990 στην Εύβοια, 1.200 στη Στερεά, 300 στην Ηπειρο και 2.590 στη Μακεδονία, βλ. Ν. Αναγνωστόπουλος, Παράνομος Τύπος, Αθήνα, 1960, σ. 208-212 και Μιχάλης Λύμπεράτος, Στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου, Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2006, σ. 274,291.

9 Βόγλης, Η αδύνατη επανάσταση..., ό.π., σ. 72.

10 0 Μελιγαλάς θα αναδεικνυόταν όλα τα επόμενα χρόνια από την επίσημη προπαγάνδα σε σύμβολο της «κομμουνιστικής βαρβαρότητας», ανεβάζοντας σε υπερβολικά νούμερα τον αριθμό των θυμάτων και μυθοποιώντας, μέσα από το αντικομμουνιστικό αφήγημα (επενδυμένο για χρόνια και τελετουργικά), τις «θηριωδίες του ΕΛΑΣ», βλ. Κωστόπουλος, ό.π., σ. 66-67, Κουσουρής, ό.π., σ. 110-111.

11 Τ. Κωστόπουλος, ό.π., σ. 68-69. Ακόμη και ο ίδιος ο Αρης Βελουχιώτης, καπετάνιος του Γ.Σ του ΕΛΑΣ, που βρισκόταν την περίοδο εκείνη στην Πελοπόννησο, έδωσε ρητές εντολές στην 3η Μεραρχία του ΕΛΑΣ να αποτραπεί το πλήθος από το να λιντσάρει τους άνδρες ίων Ταγμάτων, βλ. Λυμπεράτος, «Τα γερμανικά αντίποινα...», ό.π„ σ. 95.

12  Κουσουρής, ό.π., ο. 115.

13  Ελευθερία, 28/10/1944 και Κουσουρής, ό.π., σ. 120.

14 Μ Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Δεκεμβριανά 1944. Η Μάχη της Αθήνας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2014, σ.45.

15 Πρόκειται για σχετική αναφορά του Παναγιώτη Κυριακού το 1957 προς το ΓΕΣ για τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, όπως παρατίθεται στο Κουσουρής, ό.π., σ. 139-140.

16 Τον Κουλουμβάκη τον συναντάμε και παρακάτω, ως βουλευτή-υμνητή των Ταγμάτων Ασφαλείας.

17 Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Δεκέμβρης 1944, τέλος και αρχή», στο Χρήστος Χατζηιωσήφ, Προκοπής Παπαστράτης (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Β' Παγκόσμιος Πόλεμος - Κατοχή - Αντίσταση 1940-1945, τ. Γ2, Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2007, σ. 382-383.

18 Mark Mazower, «Τρεις μορφές πολιτικής δικαιοσύνης: Ελλάδα, 1944-45», στο Mark Mazower (επιμ.), Μετά τον Πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960», Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2004, σ. 37

19 Θεόδωρος Γρηγορόπουλος, Από την κορυφήν του λόφου, Αθήναι, 1966, σ. 267-268.

20 Παπαστράτης, ό.π„ σ. 38.

21  Κανελλόπουλος, ό.π., σ. 650-659.

22 Ενδεικτικό της μεταπολεμικής αντιμετώπισης των Ταγμάτων Ασφαλείας από φιλελεύθερους αστούς πολιτικούς είναι ότι στις αρχές Οκτωβρίου 1944 ο Π. Κανελλόπουλος, σύμφωνα με δικά του λεγόμενα, κατά την παράδοση του Τάγματος Ασφαλείας Τρίπολης (υπό τη διοίκηση του Διον. Παπαδόγγονα) ξαναβρίσκει «τους παλιούς πολιτικούς του φίλους» και αναφέρεται στους αξιωματικούς των Ταγμάτων Ασφαλείας ως «πατριώτες αξιωματικούς», βλ. Κανελλόπουλος, ό.π., σ. 654-663.

23 Κουσουρής, ό.π., σ. 109,123, Κωστόπουλος, ό.π., σ. 69-70.

24 Κουσουρής, ό.π., σ. 100.

25 Κουσουρής, ό.π., σ. 154, Λυμπεράτος, Στα πρόθυρα..., ό.π., σ. 89.

26 Χαραλαμπίδης, Δεκεμβριανά 1944..., ό.π., σ. 58.

27 Πέτρος Ρούσος, Η μεγάλη πενταετία, τ. β ’, Αθήνα, 1986, σ. 358-359.

28 Θρασύβουλος Τσακαλώτος, 40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος, Τυπογραφεία «Ακροπόλεως», Αθήναι, i960, σ. 598, Κωστόπουλος, ό.π., σ. 71.

29 Η συμμετοχή των στελεχών των Ταγμάτων Ασφαλείας στις μάχες των Δεκεμβριανών πιστοποιείται και από τις εκθέσεις της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, στις οποίες καταγράφονται νεκροί άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας Πατρών, Τριπόλεως, Γυθείου και Χαλκίδας, βλ. Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών, Εκταφές, 1945 και Χαραλαμπίδης, Δεκεμβριανά 1944..., ό.π., σ. 129,285. Παρ’ όλα αυτά ο Γ. Παπανδρέου, εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των δωσίλογων, αρνήθηκε ότι κατά τα Δεκεμβριανά χρησιμοποιήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας, βλ. Θεμιστοκλής Τσάτσος, Ο Δεκέμβριος 1944, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήναι, 1945, σ. 56-57, Γασπαρινάτος, ό.π., σ. 133.

30 Λυμπεράτος, Στα πρόθυρα..., ό.π., σ. 268.

31 Χαραλαμπίδης, Δεκεμβριανά 1944..., ό.π., σ. 326.

32 Βλ. Γασπαρινάτος, ό.π., σ. 212-213,216.

33 Βλ. Κουσουρής, ό.π., σ. 286.

34 Γασπαρινάτος, ό.π., 300-301, Κωστόπουλος, ό.π., σ. 76-77.

35 Ενας από αυτούς ήταν ο πρώην διοικητής των ευζωνικών ταγμάτων Αθήνας Πλυτζανόπουλος (23/10/1946), για τον οποίο κατέθεσε ως μάρτυράς υπεράσπισης ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών Μ. Καρζής τα εξής: «Εις τον Πλυντζανόπουλον και τα τάγματα αξίζει εθνική ευγνωμοσύνη», για να συμπληρώσει «αν δεν ήτο αυτός, κ. πρόεδρε, ούτε σεις θα είσαστε εις την έδραν που κατέχετε, ούτε εγώ μάρτυς». Η δίκη αναβλήθηκε και η απόφαση στις 28/3/1947 ήταν αθωωτική τόσο για τον Πλυτζανόπουλο όσο και όλους τους συγκατηγορούμενούς του για το σύνολο των κατηγοριών, βλ. Κωστόπουλος, ό.π., 77-78.

36 Βλ. Κουσουρής, ό.π., σ. 436-437.

37 Mazower, «Τρεις μορφές πολιτικής...», ό.π., 45, Κωστόπουλος, ό.π., σ. 90, Κουσουρής, ό.π,, σ. 437.

38  https://xvzcontagion.wordpress.com/2016/08/16/

39 Για μια ενδελεχή έρευνα σχετικά με την οποιαδήποτε ανάμειξη ή όχι του Παπαδόπουλου στα Τάγματα Ασφαλείας, βλ. Καλλιβρετάκης, «Γεώργιος Παπαδόπουλος, Τάγματα Ασφαλείας και “X”: Μια απόπειρα συγκέντρωσης και επανεκτίμησης του παλαιότερου και νεότερου τεκμηριωτικού υλικού», Αρχειοτάξιο, τ. 8, 2006, σ. 109-147.

40 Κωστόπουλος, ό.π., σ. 12,64,88, 113-114.  Λυμπεράτος, Στα πρόθυρα..., ό.π., σ. 274.

41 Λυμπεράτος. Στα πρόθυρα ... ο.π. σ 274

Πηγή: Του Νίκου Τσικρίκη, υποψήφιου διδάκτορα Ιστορίας Πανεπιστημίου Θεσσαλίας- History HOT DOC