Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019
H ματωμένη 5η Ιουλίου των λιμενεργατών στις ΗΠΑ
Η 5η Ιουλίου του 1934 στις ΗΠΑ έχει μείνει γνωστή ως Ματωμένη Πέμπτη εξαιτίας του θανάτου δύο απεργών λιμενεργατών που προήλθε από πυρά αστυνομικών στο Σαν Φρανσίσκο.
Το τραγικό γεγονός συνέβη κατά τη διάρκεια της απεργίας των εργατών του λιμανιού του Σαν Φρανσίσκο και ολόκληρης της Δυτικής Ακτής, η οποία διήρκεσε 83 μέρες.
Αρχικά οι αστυνομικοί πυροβόλησαν στον αέρα, αλλά στη συνέχεια έριξαν προς το πλήθος τραυματίζοντας θανάσιμα τους Nicolas Bordoise και Howard Sperry.
Oι τραυματίες ανήλθαν στους 109.
Ένταση προκλήθηκε και στο σημείο της δολοφονίας, με τους διαδηλωτές, τελικά, να τοποθετούν λουλούδια και να φυλάσσουν την τοποθεσία σε ένδειξη μνήμης για τους άτυχους συναδέλφους τους.
Η κηδεία των λιμενεργατών συγκέντρωσε περίπου 40.000 κόσμο, δείχνοντας ότι η κοινή γνώμη ήταν, πλέον, στο πλευρό των απεργών.
Βασικό αίτημα των απεργών ήταν να έχει λόγο το Συνδικάτο στις προσλήψεις και στη σύνθεση των ομάδων εργατών στο λιμάνι.
Στις 14 Ιουλίου, η απεργία μετατράπηκε σε γενική. Οδήγησε στην ενοποίηση όλων των λιμένων της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ.
Από το tvxs.
Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019
Μάχη του Κουρσκ: Η μεγαλύτερη αρματομαχία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου
Από το tvxs:
Έχει καταγραφεί στην Ιστορία ως η μεγαλύτερη πολεμική σύγκρουση με τεθωρακισμένα. Η μάχη του Κουρσκ άρχισε στις 4 Ιουλίου του 1943, στην ομώνυμη πόλη, και έληξε στις 23 Αυγούστου του 1943 με νίκη των Σοβιετικών έναντι των Γερμανών.
Έχει καταγραφεί στην Ιστορία ως η μεγαλύτερη πολεμική σύγκρουση με τεθωρακισμένα. Η μάχη του Κουρσκ άρχισε στις 4 Ιουλίου του 1943, στην ομώνυμη πόλη, και έληξε στις 23 Αυγούστου του 1943 με νίκη των Σοβιετικών έναντι των Γερμανών.
Πρόκειται για ένα καθοριστικό γεγονός στην εξέλιξη του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου και του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, καθώς με την ήττα αυτή άλλαξαν οι ισορροπίες και οι Γερμανοί έχασαν την πρωτοβουλία των κινήσεων που είχαν έως τότε. Στην αρματομαχία ενεπλάκησαν 6.200 γερμανικά και σοβιετικά τανκς από τα οποία και τα περισσότερα καταστράφηκαν.
Δίκαια,λοιπόν, παίρνει το χαρακτηρισμό της πιο αιματηρής σύγκρουσης με τη συμμετοχή αρμάτων μάχης που έγινε ποτέ στην παγκόσμια πολεμική ιστορία. H προπαρασκευή της μάχης είχε ήδη ξεκινήσει από τα τέλη του Μάρτη της ίδιας χρονιάς όταν ένα περίπολο του κόκκινου στρατού έπιασε έναν αξιωματικό της Βέρμαχτ με τον οδηγό του, ο οποίος μετέφερε απόρρητα έγγραφα που έδειχναν την μεγάλη επίθεση που ετοίμαζε η φασιστική Γερμανία στο μέτωπο του Όρελ και το νοτιότερο αυτό του Μπιέλγκοροντ.
Οι ενδείξεις για αντεπίθεση των ναζί προϋπήρχαν και μετά από την ήττα της μεγαλύτερης στρατιάς της Βέρμαχτ το Φεβρουάριο του 1943 στο Στάλινγκραντ, αφού ο Χίτλερ είχε κηρύξει ολοκληρωτικό πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ. Έτσι, πρώτος σταθμός αυτού του πολέμου ήταν η πόλη του Κουρσκ όπου σημειώθηκε η πολεμική σύγκρουση και σήμανε το τέλος της αυτοκρατορίας του Γ' Ραιχ.
Οι Γερμανοί είχαν αποφασίσει να δημιουργήσουν μια ομάδα που θα περιλάμβανε 50 τμήματα (18 μονάδες με τεθωρακισμένα και μοτοσικλέτες, 5 στρατιές αρμάτων μάχης και 8 στρατιές με πυροβολικό). Συνολικά, σύμφωνα με σοβιετικές πηγές, ο αριθμός στρατιωτών που περιλάμβαναν αυτά τα 50 τμήματα ήταν 900.000 στρατιώτες. Τη διοίκηση θα είχαν ο Γκίντερ φον Κλούγκε (Ομάδα Στρατιών "Κέντρο") και ο Έριχ φον Μανστάιν (Ομάδα Στρατιών "Νότος"). Απ' την άλλη πλευρά, οι Σοβιετικοί είχαν αποφασίσει ότι το Κεντρικό Μέτωπο του Κόκκινου Στρατού θα υπερασπιζόταν το Κουρσκ από τα βόρεια ενώ το Μέτωπο Βορόνεζ από τα νότια.
Τα στρατεύματα αυτά θα στηρίζονταν στο Μέτωπο της Στέπας (του οποίου διοικητής ήταν ο Ιβάν Κόνιεφ). Τον έλεγχο της κίνησης των σοβιετικών δυνάμεων είχαν ο Γκεόργκι Ζούκοφ και ο Αλεξάντρ Βασιλιέφσκι. Το κλειδί, ωστόσο για την έκβαση της μάχης ήταν οι ρώσοι κατάσκοποι καθώς ο Ιωσήφ Στάλιν και το Κρεμλίνο είχαν στη κατοχή τους στοιχεία για το τόπο, τη χρονική στιγμή και τον τρόπο έκβασης της μάχης.
Λέγεται ότι ο Στάλιν είχε στα χέρια του ένα αντίγραφο του σχεδίου Τσιταντέλε, τρεις ημέρες πριν αυτό υπογραφεί από τον Χίτλερ. Το νεκρό διάστημα Απριλίου- Ιουνίου του 1943 λειτούργησε θετικά για την ΕΣΣΔ καθώς της έδωσε το περιθώριο να ετοιμάσει τρεις αμυντικές γραμμές στο Κουρσκ και να κατακτήσει τη τελική νίκη.
Μετά την επικράτηση της ΕΣΣΔ, η υπεροχή πέρασε στα χέρια του Κόκκινου Στρατού, ο Δνείπερος απελευθερώθηκε σε μάχη που ακολούθησε και για πρώτη φορά ο Στάλιν ξεκίνησε συστηματική επίθεση κατά της Γερμανίας. Oι Γερμανοί μετά την ήττα τους στη μάχη αυτή, έχασαν τη δυνατότητα να αναλάβουν επιθετική επιχείρηση στην ΕΣΣΔ και σε άλλες χώρες των Συμμάχων και άρχισε η εκδίωξή τους από το έδαφος της ΕΣΣΔ.
Σύμφωνα με σοβιετικούς ιστορικούς, οι απώλειες και των δύο αντιπάλων ανέρχονταν στους 500.000 νεκρούς, 1.500 άρματα μάχης και 3.700 αεροσκάφη. Ωστόσο, οι γερμανικές πηγές έκαναν λόγω ότι η Βέρμαχτ κατά την περίοδο Ιουλίου-Αυγούστου του 1943, σε όλο το Ανατολικό Μέτωπο, έχασε 537.533 στρατιώτες, ενώ η Λουφτβάφε έχασε, την ίδια περίοδο, 1.696 αεροσκάφη.
Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019
Τι προβλέπει εγκύκλιος του υπ. Εργασίας για την προστασία των εργαζομένων διανομέων με δίκυκλο
Από το zougla:
Τις οδηγίες εφαρμογής του άρθρου 56 του ν. 4611/2019 για την προστασία των εργαζομένων διανομέων με δίκυκλο περιλαμβάνει εγκύκλιος του υπουργείου Εργασίας.
Συγκεκριμένα, η εγκύκλιος ορίζει ότι η πρόσθετη αποζημίωση χρήσης και συντήρησης του οχήµατος, τουλάχιστον ίσης µε το 15% του κατώτατου µισθού, εφόσον το όχηµα είναι ιδιοκτησίας του εργαζοµένου, καταβάλλεται αποκλειστικά για την κατ' ελάχιστον κάλυψη των αναγκών συντήρησης και χρήσης του οχήματος (ασφάλιστρα, τέλη κυκλοφορίας επισκευές, κ.λπ.), οπότε σαφώς δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν τα έξοδα κίνησης του οχήματος (αγορά καυσίμων, πληρωμή διοδίων κ.λπ.) ή άλλα ποσά.
Ο υπολογισμός του ποσοστού 15% γίνεται με βάση τον εκάστοτε νόμιμο κατώτατο μηνιαίο μισθό ή της αντίστοιχης προκύπτουσας αναλογίας σε περίπτωση μερικής απασχόλησης. Η πρόσθετη μηνιαία αποζημίωση χρήσης και συντήρησης δεν έχει το χαρακτήρα μισθού ούτε συμπεριλαμβάνεται στην έννοια των τακτικών αποδοχών, ενώ δεν υπόκειται και σε κρατήσεις ασφαλιστικών εισφορών. Συνεπώς, δεν υπολογίζεται στα επιδόματα εορτών, αδείας κλπ.
Επίσης, η εγκύκλιος ορίζει ότι ο εργοδότης, εφόσον έχει την ιδιοκτησία του δικύκλου που οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν για τη μεταφορά ή διανομή προϊόντων και αντικειμένων, οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα συντήρησής τους, ώστε να διασφαλίζεται η υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων και υποχρεώνεται να εφοδιάζει με τον κατάλληλο εξοπλισμό προστασίας τους εργαζόμενους (προστατευτικό κράνος, πανωφόρι, γάντια, πανωφόρι κατάλληλο για την προστασία του αναβάτη, αδιάβροχη προστασία και ανακλαστικό γιλέκο κ.τ.λ.). Επιπλέον, γίνεται σαφές πως τα προβλεπόμενα μέτρα δεν επιβαρύνουν οικονομικά τον εργαζόμενο, αλλά μόνον τον εργοδότη.
Τέλος, σημειώνεται ότι για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της τήρησης και της εφαρμογής της σχετικής διάταξης από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα καθιερώθηκε η υποχρέωση για την καταβολή της μηνιαίας αποζημίωσης, μέσω λογαριασμού πληρωμών, καθώς και για τη διακριτή αποτύπωσή της στα χορηγούμενα αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών.
Τρίτη 2 Ιουλίου 2019
Άρειος Πάγος: Δικαίωση της Καθαρίστριας από το Βόλο - "Δεν έβλαψε το Δημόσιο"
O Άρειος Πάγος δικαιώνει την καθαρίστρια Δήμητρα Τσιαντάκη από τον Βόλο για την υπόθεση που αφορούσε την πλαστογράφηση του απολυτηρίου δημοτικού, τονίζοντας ότι δεν έβλαψε το δημόσιο.
Η Πλήρης Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 3/2019 απόφασή της, προχώρησε στην αναίρεση της απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου της Λάρισας, που είχε καταδικάσει σε κάθειρξη δέκα ετών την καθαρίστρια του Βόλου.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποδέχτηκε την επιχειρηματολογία της υπεράσπισης (Θ. Θεοδωρόπουλος) στα δυο βασικά ζητήματα που αυτή ήγειρε:
– Πρώτον, ότι δεν υπάρχει απάτη κατ’ εξακολούθηση. Η απάτη διαπράχτηκε άπαξ, όταν η καθαρίστρια κατέθεσε το παραποιημένο απολυτήριο (διόρθωση το Ε’ Δημοτικού σε ΣΤ’ Δημοτικού). Δε διέπραττε απάτη η καθαρίστρια κάθε φορά που πήγαινε και εισέπραττε το μισθό της, απεφάνθη ο ΑΠ, κρίνοντας ότι το Πενταμελές της Λάρισας έκανε «εασφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων».
– Δεύτερο, ότι δεν υπάρχει ζημιά του Δημοσίου, διότι οι μισθοί που εισέπραξε η καθαρίστρια ισοσταθμίζονται από την παροχή της εργασίας της. Η Ολομέλεια του ΑΠ έκρινε ότι το Πενταμελές της Λάρισας «παραβίασε εκ πλαγίου την εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη».
Στο πρώτο σκέλος η απόφαση της Ολομέλειας ήταν ομόφωνη, ενώ στη δεύτερη υπήρξε μειοψηφία 12 αρεοπαγιτών (σε σύνολο 39 μελών της Ολομέλειας).
Και τα δύο σκέλη της αρεοπαγιτικής απόφασης έχουν γενικότερη σημασία, όμως το δεύτερο σκέλος έρχεται να βάλει τέρμα στις αντικρουόμενες αποφάσεις των ποινικών τμημάτων του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, κάνοντας τη διάκριση ανάμεσα σε θέσεις για τις οποίες απαιτείται ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα και σε θέσεις για τις οποίες δεν απαιτείται κάτι τέτοιο. Η βλάβη του Δημοσίου δεν αντισταθμίζεται από την παρασχεθείσα εργασία μόνο στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή όταν για τη συγκεκριμένη θέση απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις και δεξιότητες, ξεκαθαρίζει η Ολομέλεια του ΑΠ. Για να το πούμε απλά, είναι άλλο πράγμα να πλαστογραφεί κάποιος ένα πτυχίο Ιατρικής και να διορίζεται γιατρός και άλλο μια καθαρίστρια, δουλειά για την οποία δεν απαιτείται ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, να παραποιεί ένα απολυτήριο Δημοτικού.
Πρόκειται για ένα ζήτημα στο οποίο είχε επιμείνει ιδιαίτερα ο συνήγορος Θ. Θεοδωρόπουλος όταν πρωτοδικάστηκε η συγκεκριμένη υπόθεση στον Άρειο Πάγο. Η εξέλιξη τον δικαιώνει, λύνοντας ένα σοβαρό ζήτημα. Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες, αλλά καθεμιά πρέπει να εξετάζεται συγκεκριμένα. Είτε της Ε’ είτε της ΣΤ’ Δημοτικού, την ίδια δουλειά θα κάνει μια καθαρίστρια. Επομένως, το γεγονός ότι εργαζόταν ως καθαρίστρια, ισοστάθμισε πλήρως το μισθό που έπαιρνε και δεν προκάλεσε την παραμικρή ζημιά στο Δημόσιο.
Από την Ολομέλεια η υπόθεση επιστρέφει στο Ζ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για μια σειρά άλλους λόγους αναίρεσης που έχουν προβληθεί (δευτερεύουσας σημασίας).
Από το news247.
Η αντιφασιστική εξέγερση στην Αυστρία τον Φλεβάρη του 1934
Του Κώστα Παπαντωνίου
Ογδόντα πέντε χρόνια πριν, στις 12 Φεβρουαρίου του 1934, οι Αυστριακοί εργάτες πήραν τα όπλα για να αποκρούσουν την άνοδο του φασισμού. Άντεξαν μόλις τέσσερις ημέρες, καθώς είχαν ελάχιστα μέσα στη διάθεσή τους για να αντιμετωπίσουν τον πάνοπλο εθνικό στρατό, την αστυνομία και τις παρακρατικές φασιστικές οργανώσεις. Το μήνυμα αντίστασης, όμως, έφτασε παντού. Ήταν η πρώτη προσπάθεια της εργατικής τάξης στην Ευρώπη να κοιτάξει το τέρας στα μάτια. Να αντιμετωπίσει τον φασισμό με τα όπλα στο χέρι.
Τα αντίπαλα στρατόπεδα
Από τη μία ήταν οι σοσιαλδημοκράτες, οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές. Από την άλλη ήταν ο καγκελάριος Έγκελμπερτ Ντόλφους και το βαθιά συντηρητικό και αυταρχικό Χριστιανικό Κοινωνικό Κόμμα (CSP, σήμερα Λαϊκό Κόμμα, OeVP) που είχε την εξουσία. Από τη μία ήταν οι εργάτες, οι συνδικαλιστές και οι φοιτητές. Από την άλλη το παραστρατιωτικό κίνημα Πατριωτικής Φρουράς (Heimwehr – Bewegung).
Φασισμός από τα «πάνω»
Στο 2ο τεύχος της ΚΟΜΕΠ (έντυπο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ) για τον Μάρτιο – Απρίλιο, σε ειδικότερη αναφορά του για την Πατριωτική Φρουρά, στο πλαίσιο σχετικού αφιερώματος, αναφέρεται ότι οι δυνάμεις της προέρχονταν από τις ομάδες Λευκής Φρουράς στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. «Θεωρούνταν το πραγματικό φασιστικό κίνημα στην Αυστρία, αλλά ήταν πολύ στενά συνδεδεμένο με το CSP. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό επειδή ο αυστριακός φασισμός δεν ήρθε στην εξουσία, όπως συνέβη στην περίπτωση της Γερμανίας, της Ιταλίας ή της Ισπανίας, από τα «κάτω» ή από τα «έξω», αλλά από τη θέση της κυβέρνησης». Το 1933 η κυβέρνηση του CSP κατόρθωσε να να διαλύσει το Κοινοβούλιο και το συνταγματικό δικαστήριο και να κυβερνήσει μέσω έκτακτων διαταγμάτων. «Αυτό ήταν ήδη μια συνταγματική παραβίαση και το τέλος της Αυστρίας ως δημοκρατικού κράτους».
Όπως ήταν αναμενόμενο, το Κομμουνιστικό Κόμμα απαγορεύτηκε, ενώ την ίδια τύχη είχε και η Δημοκρατική Δύναμη Προστασίας, όπως και η παραστρατιωτική οργάνωση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (SP) Schutzbund που μετρούσε 80.000 μέλη, ενώ ήδη από καιρό εκτός νόμου είχε τεθεί η Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας. Εξαίρεση αποτελούσε μόνο η «Κόκκινη Βιέννη», όπου παρέμενε στην εξουσία το SP. Σημειώνεται ότι η Βιέννη λεγόταν έτσι από το 1918 έως το 1934, επειδή οι Σοσιαλδημοκράτες είχαν την πλειοψηφία – και ήταν η πρώτη φορά που η πόλη είχε δημοκρατική διακυβέρνηση.
Η απόφαση για ένοπλη αντίσταση του SP
Όπως περιγράφει τα γεγονότα ο Γκέρνοτ Τράουσμουτ στην ιστοσελίδα Marxist.com, μετά το κλείσιμο του Κοινοβουλίου το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα επιδίωξε να ληφθούν μέτρα εναντίον του πραξικοπήματος, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Σημειώνεται ότι από το συνέδριο του 1926, οι Αυστρo-μαρξιστές είχαν πει στους εργάτες ότι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και η ένοπλη πτέρυγά του θα πολεμούσαν με κάθε αναγκαίο μέσο αν η αστική τάξη επιχειρούσε να καταλύσει τη δημοκρατία. «Υπό τις συνθήκες ενός φασιστικού ή μοναρχικού πραξικοπήματος, το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να είναι οπλισμένο και έτοιμο να χτίσει τη δικτατορία του προλεταριάτου» ήταν η επίσημη γραμμή του κόμματος.
Όταν λοιπόν, το 1933, οι αστοί έβαλαν τέλος στη δημοκρατία, οι εργάτες απαίτησαν «οι λέξεις να γίνουν πράξεις». Η μία περιφερειακή οργάνωση μετά την άλλη ψήφισαν τόσο υπέρ της γενικής απεργίας όσο και του ένοπλου αγώνα.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η αριστερή πτέρυγα κατάφερνε να ενισχύεται όλο και περισσότερο. Ακολούθησε ο σχηματισμός του Μετώπου Νεολαίας (Jungfront), το οποίο ανέλαβε να οργανώσει μαζικές αντιφασιστικές εκστρατείες και όχι μόνο προκάλεσε αναταραχή στις τάξεις των φασιστών, αλλά διέλυσε τις ναζιστικές συναντήσεις και κινητοποίησε ένοπλες διαδηλώσεις εναντίον τους μαζί με την παραστρατιωτική οργάνωση του SP.
Στην αρχή, η οργάνωση βρισκόταν υπό τον έλεγχο του κόμματος, κάτι που άλλαξε σύντομα. Η πιο εξέχουσα προσωπικότητά της ήταν ο Ερνστ Φίσερ, νεαρός δημοσιογράφος του κόμματος, του οποίου το βιβλίο «Η κρίση της Νεολαίας» είχε σημαντική επιρροή στον τρόπο σκέψης των ακτιβιστών στις οργανώσεις της Σοσιαλιστικής Νεολαίας. Όλο και περισσότεροι από το Jungfront ριζοσπαστικοποιήθηκαν και έγιναν το πρόπλασμα μιας συγκροτημένης οργανωμένης αριστερής πτέρυγας μέσα στη Σοσιαλδημοκρατία. Στην πραγματικότητα, ο Φίσερ και οι σύντροφοί του υποστήριζαν μόνο ότι το SP έπρεπε να πάρει σοβαρά το ίδιο του το πρόγραμμα.
Οι λέξεις δεν γίνονταν πράξεις
Αλλά δεν το πήρε. Κατά τη διάρκεια του 1933, η αριστερή πτέρυγα ισχυροποιήθηκε μέσα στο κόμμα, παρότι η ηγεσία του κόμματος έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να το αποτρέψει. Ο Ότο Μπάουερ, ο χαρισματικός ηγέτης των Αυστριακο-μαρξιστών, τάχθηκε κατά του ένοπλου αγώνα και μετατοπίστηκε προς τα δεξιά. Η δεξιά πτέρυγα μέσα στην ηγεσία του κόμματος μετακινήθηκε ακόμη περισσότερο προς τα δεξιά και δεν υπερασπίστηκε απλά την παθητική στάση της Σοσιαλδημοκρατίας. Πήγε και ένα βήμα παραπέρα, προτείνοντας συμφωνία με το καθεστώς! Υποστήριξε ότι η Σοσιαλδημοκρατία θα έπρεπε να δεχτεί το νέο αυταρχικό σύνταγμα, με αντάλλαγμα να διατηρηθούν νόμιμες οι οργανώσεις της.
Στο έκτακτο συνέδριο του SP τον Οκτώβριο του 1933 η αριστερή πτέρυγα θα μπορούσε να έχει κερδίσει την πλειοψηφία. Δεν ήθελε, όμως, να αναλάβει την ευθύνη να ηγηθεί.
Ο Μαξ Άντλερ, ο οποίος ήταν ο πνευματικός νους μέσα στον αυστρο-μαρξισμό για τα προηγούμενα 20 χρόνια, προτίμησε να αποφύγει μια ανοιχτή σύγκρουση με την υπόλοιπη ηγεσία του κόμματος, και έτσι όλα κατέληξαν σε έναν συμβιβασμό, ο οποίος παρέτεινε την παθητική πολιτική του SP. Κατά συνέπεια, τους μήνες που ακολούθησαν, οι αριστεροί ακτιβιστές και ριζοσπάστες εγκατέλειψαν το κόμμα. Η απογοήτευση ήταν ευρεία. Στην πραγματικότητα η Σοσιαλδημοκρατία είχε μόλις χάσει την ενότητα και τη δύναμή της.
Προδοσία από ηγέτες
Τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα στη συνέχεια. Λίγες ημέρες πριν την εξέγερση του Φεβρουαρίου, αρκετοί ηγέτες της ένοπλης οργάνωσης ξεπουλήθηκαν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ηγέτη των δυτικών συνοικιών της Βιέννης, ο οποίος όχι μόνο πρόδωσε το κίνημα, αλλά και ενημέρωσε το καθεστώς για τα σχέδια που υπάρχουν σε περίπτωση που ξεκινούσε ένοπλος αγώνας. Στο Νόιστατ, το προάστιο στα νότια της Βιέννης, στην περιοχή στην οποία έχει τις ρίζες του το SP και όπου ξεκίνησε η μεγάλη επαναστατική γενική απεργία του 1918, ο ηγέτης της ένοπλης οργάνωσης, έγραψε μία εξευτελιστική στιγμή για τον ίδιο, τρέχοντας σε σημείο ελεγχόμενο από την αστυνομία ώστε να μπορέσουν να τον συλλάβουν.
Η αρχή της εξέγερσης
Παρόλα αυτά υπήρχε μία μικρή μειοψηφία, αρκετών χιλιάδων νέων εργαζομένων, οι οποίοι είχαν προετοιμαστεί να υπερασπιστούν τις οργανώσεις τους εναντίον του φασισμού, χρησιμοποιώντας όπλα και δυναμίτη. Ένας από αυτούς ήταν ο γραμματέας του κόμματος στο Λιντς Ρίχαρντ Μπέρνασεκ, ο οποίος στις 11 Φεβρουαρίου του 1934 πίεσε τον Ότο Μπάουερ να αντιδράσει απέναντι στο καθεστώς. Του έστειλε τελεσίγραφο, με το οποίο έλεγε ότι σε περίπτωση επιπλέον προκλήσεων από τη φασιστική ομάδα Heimwehr ή την αστυνομία θα ξεκινούσε τον ένοπλο αγώνα στο Λιντς στην Άνω Αυστρία. Ο Μπάουερ, αν και ήταν κατά της ένοπλης εξέγερσης, τις πρώτες ώρες της 12ης Φεβρουαρίου κατάλαβε ότι αυτή η ώρα είχε έρθει. Η αστυνομία επιχείρησε να εισβάλλει στο Hotel Schiff το αρχηγείο του SP στο Λίντς, με σκοπό να ψάξει για όπλα της παράνομης οργάνωσής του Schutzbund, όμως βρέθηκε αντιμέτωπη με τους πυροβολισμούς των εργατών, οι οποίοι στην εισβολή απάντησαν με ριπές από πολυβόλο. Αυτή ήταν η έναρξη της εξέγερσης. Σύντομα, οι συγκρούσεις θα εξαπλώνονταν στη μία μετά την άλλη βιομηχανική πόλη της Αυστρίας.
Η κρίσιμη απεργοσπασία
Ο Μπάουερ και ο επικεφαλής της Schutzbund Γιούλιους Ντόιτς ανέλαβαν να σχηματίσουν την προσωρινή ηγεσία του ένοπλου αγώνα. Όμως σύντομα εγκατέλειψαν, καθώς αποδέχτηκαν πως το καθεστώς είχε εδραιώσει τον έλεγχό του στην πρωτεύουσα και ήταν ικανό να απομονώσει τους εργάτες που ήταν έτοιμοι να αντισταθούν. Ο αγώνας έμεινε χωρίς κεντρική ηγεσία και συντονισμό.
Σε πολλούς εργασιακούς χώρους όμως συνέχιζαν να οργανώνονται αυθόρμητα νέες απεργίες και κινητοποιήσεις. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της κατάστασης έπαιξαν οι εργάτες ηλεκτρικής ενέργειας στη Βιέννη, οι οποίοι διέκοψαν το ρεύμα έτσι ώστε να μην μπορούν να λειτουργήσουν τα τραμ.
Ωστόσο, οι εργάτες στους σιδηροδρόμους αρνήθηκαν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα για γενική απεργία, απόφαση που κατέστησε πολύ ευκολότερη τη δουλειά για το καθεστώς, καθώς ο στρατός μπορούσε να βασιστεί στη μεταφορά πυρομαχικών και στρατευμάτων (καθώς και φασιστικών συμμοριών). Ο Μπάουερ και ο Ντόιτς σύντομα είδαν ότι ο αγώνας χάθηκε και τη δεύτερη ημέρα της εξέγερσης διέφυγαν στην Τσεχοσλοβακία.
Σε ορισμένα μέρη η αντίσταση συνεχίστηκε. Αλλά μόνο σε λίγες πόλεις ή συνοικίες οι εξεγερμένοι είχαν τα μέσα για να αντεπεξέλθουν σε μία πραγματική μάχη απέναντι στα στρατεύματα, την αστυνομία και τις φασιστικές συμμορίες.
Πριν τον κρεμάσουν, φώναξε «Ελευθερία!»
Στο Μπρουκ στην όχθη του Μουρ, όπου βρισκόταν η βιομηχανία μετάλλων, οι εργαζόμενοι ανέλαβαν τη διοίκηση της πόλης και την οργάνωσαν για την εξέγερση. Αποφασιστικό ρόλο έπαιξε ο Κόλομαν Βάλις, ο περιφερειακός γραμματέας του κόμματος. Υπήρξε ενεργός στην Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία του 1919 και είχε δραπετεύσει στην Αυστρία, όπου εξελίχθηκε σε εξέχουσα προσωπικότητα της Αριστεράς. Παρ’ όλο που είχε στραφεί κατά του Μετώπου Νεολαίας και των ριζοσπαστικών του σλόγκαν («Χτίστε Σοβιέτ»), μόλις άκουσε για τις μάχες στο Λιντς πήγε αμέσως στο Μπρουκ για να πολεμήσει στο πλευρό των συντρόφων του. Μετά την ήττα της εξέγερσης και λίγο πριν τον κρεμάσουν, η τελευταία λέξη που φώναξε πριν πεθάνει ήταν «Ελευθερία!»
Ο Βάλις δεν ήταν ο μόνος που οδηγήθηκε στην αγχόνη. Έντεκα ακόμη σοσιαλιστές εκτελέστηκαν, μεταξύ αυτών ο Καρλ Μουνιχράιτερ, συμπάθεια του Φίσερ, ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε κυριολεκτικά από το φορείο στην κρεμάλα. Ένας άλλος ήρωας των ημερών εκείνων, που κρεμάστηκε, ήταν ο Γκέοργκ Βάιζελ. Ήταν ηγετική φιγούρα του μαθητικού σοσιαλιστικού κινήματος και της Ακαδημαϊκής Λεγεώνας (φοιτητική πτέρυγα του Schutzbund) στη Βιέννη.
Οι περισσότεροι από τους ηγέτες της δεξιάς πτέρυγας του SP συνθηκολόγησαν χωρίς να πολεμήσουν. Κάποιοι, μάλιστα, εμφανίστηκαν στις εφημερίδες κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ημερών της εξέγερσης εκφράζοντας την υποστήριξή τους στο καθεστώς. Ωστόσο, η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης παρέμεινε «κόκκινη». Οι περισσότεροι εργάτες έβλεπαν με συμπάθεια τους μαχητές για την ελευθερία.
Η απελευθέρωση του βουλευτή
Τα γεγονότα στο Σρεμς, μία μικρή πόλη κοντά στα σύνορα με την Τσεχοσλοβακία, είναι ένα καλό παράδειγμα. Εκεί η τοπική αστυνομία είχε συλλάβει τον σοσιαλδημοκράτη βουλευτή της περιοχής. Όταν οι εργάτες, οι περισσότερες γυναίκες, σε κοντινό εργοστάσιο το πληροφορήθηκαν, κατέβηκαν σε απεργία και περικύκλωσαν το αστυνομικό τμήμα. Μέσα σε λίγα λεπτά είχαν απελευθερώσει τον βουλευτή και τον είχαν φέρει στο πρόσφατα κτισμένο «Σπίτι για τους Εργάτες» όπου έφτιαξαν οδοφράγματα. Στο τέλος κατέληξαν απομονωμένοι επειδή δεν υπήρχε πρόθυμη ηγεσία να πολεμήσει στις άλλες πόλεις της περιοχής.
Δεκάδες χιλιάδες θα ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν εκείνες τις ημέρες, αλλά μόλις μία μικρή μειοψηφία είχε πρόσβαση στα όπλα, κάποιοι μόνο σε πιστόλια ή αυτοσχέδιες – σπιτικές βόμβες. Σύμφωνα με μαρτυρία του αρθρογράφου του Marxist.com, από παλιότερη επαφή που είχε με σύντροφό του που είχε ζήσει τα γεγονότα, του είχε μεταφερθεί ότι ο ίδιος όπως και οι άλλοι σκάβανε απεγνωσμένα για να βρουν όπλα στον παγωμένο κήπο του αρχηγείου του κόμματος στο χωριό του. «Υπό τέτοιες συνθήκες ήταν αδύνατο να νικήσουν».
Μετά από τέσσερις ημέρες οι τελευταίες ένοπλες ομάδες εργατών έπρεπε να παραδοθούν, έχοντας απέναντι μεγαλύτερες και καλύτερα εξοπλισμένες ένοπλες δυνάμεις φασιστών και καθεστώτος. Χιλιάδες εργάτες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε δίκη. Εκατοντάδες μαχητές του Schutzbund έπρεπε να εγκαταλείψουν τη χώρα. Αργότερα, πολλοί από αυτούς πάλεψαν στον ισπανικό εμφύλιο για να υπερασπιστούν τη δημοκρατία.
Μετά την ήττα, πιο αριστερά και ριζοσπαστικά
Το παλιό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα καταστράφηκε, αλλά το κόμμα άντεξε σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε εργατική γειτονιά. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι πιο αριστερές δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας (ή τουλάχιστον εκείνες που δεν εντάχθηκαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο για πρώτη φορά έγινε μαζικό) αναδιοργανώθηκαν και σχημάτισαν τους Επαναστατικούς Σοσιαλιστές, οι οποίες πέρασαν στην παρανομία και αντιστάθηκαν στο φασιστικό καθεστώς. Η νέα ηγεσία του παράνομου κόμματος έκανε σημαντικά βήματα για να απομακρυνθεί από την αυστριακο-μαρξιστική παράδοση και μετακινήθηκε προς την κατεύθυνση του γνήσιου μαρξισμού, ένα γεγονός που είναι εντελώς ξεχασμένο από την επίσημη ιστοριογραφία, σημειώνει ο Γκέρνοτ Τράουσμουτ στην ιστοσελίδα Marxist.com.
«Ακόμη κι αν μόνο ένα μικρό μέρος της αυστριακής εργατικής τάξης συμμετείχε στους αγώνες του Φλεβάρη, αυτή η απόπειρα εξέγερσης σηματοδοτεί παρ’ όλα αυτά μια ιστορική πράξη που δεν πρέπει να υποτιμάται», σημειώνει από την πλευρά του ο Τίμπορ Τσένκερ, αναπληρωτής πρόεδρος του Κόμματος Εργασίας Αυστρίας – η παρέμβασή του οποίου έχει μεταφραστεί από την ΚΟΜΕΠ. «Οι Αυστριακοί εργάτες -σοσιαλδημοκράτες, συνδικαλιστές και κομμουνιστές- ήταν οι πρώτοι στην Ευρώπη που αντιστάθηκαν στον φασισμό με τα όπλα στα χέρια. Αυτή η αξία παραμένει ανεξίτηλη – και σε αυτήν την παράδοση πολλοί εργάτες και ιδιαίτερα οι κομμουνιστές, εξακολούθησαν να αγωνίζονται ενάντια στις φασιστικές δικτατορίες, έως ότου η Αυστρία απελευθερώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Κόκκινο Στρατό της Σοβιετικής Ένωσης το 1945» καταλήγει.
Πηγή: avgi.gr
Νέο «όχι» της Εισαγγελίας Βόλου για άδεια στον Δημήτρη Κουφοντίνα
Και νέα απορριπτική εισήγηση της εισαγγελέως Βόλου στο αίτημα του Δημήτρη Κουφοντίνα για χορήγηση της τακτικής άδειας εξόδου από τη φυλακή.
Επικαλούμενη νέα αιτιολογία του αρνείται το δικαίωμα στην άδεια, το οποίο και ασκούσε μέχρι πριν λίγο καιρό και που του αναγνώρισε έμμεσα και ο ίδιος ο Άρειος Πάγος.
Με μία νέα πρόταση της (15 ημέρες μετά την προηγούμενη), η εισαγγελέας Βόλου επανέρχεται με μία νέα απορριπτική αιτιολογία στο ζήτημα της άδειας, μετά την αναίρεση της προηγούμενης από το ανώτατο δικαστήριο και αφού η προ 10 ημερών πρόταση της περί «κωλύματος λόγω άσκησης νέας κακουργηματικής δίωξης» έπεσε στο κενό μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα ( που μετατρέπει το κακούργημα που αιφνιδίως του αποδόθηκε σε πλημμέλημα).
Το Συμβούλιο του Βόλου που θα έχει τον τελικό λόγο έχει ήδη επαναπροσδιορισθεί για την ερχόμενη Τετάρτη.
Από το tvxs.
Δευτέρα 1 Ιουλίου 2019
Άγνωστοι έγραψαν συνθήματα και πέταξαν τρικάκια έξω από τα γραφεία της Athens Voice
Από το zougla:
Όπως αναφέρει στην ιστοσελίδα της η Athens Voice, «άγνωστοι βανδάλισαν την είσοδο του κτιρίου όπου στεγάζονται τα γραφεία της Athens Voice στο κέντρο της Αθήνας».
Με σπρέι έγραψαν συνθήματα και πέταξαν τρικάκια στα οποία αναγράφονταν οι φράσεις: «Για κάθε δημοσίευμα γεμάτο ρατσισμό απέναντί σας θα έχετε τον φεμινισμό» και «Με τις μετανάστριες είμαστε μαζί, σκατά στην Athens Voice και κάθε ρατσιστή».
Την έλεγαν Γκαϊανέ Κασαρτζιάν…
Από το κατιούσα:
Ταλαιπωρημένη κοπέλα. Δούλεψε σκληρά. Ασχολήθηκε πολλά χρόνια με τη δύσκολη δουλειά της φροντίδας ηλικιωμένων.
Οι νεκροί του συστήματος δεν έχουν όνομα, αντιμετωπίζονται σαν αριθμοί, σαν 50χρονες ή 50χρονοι που πήδηξαν από ένα μπαλκόνι, για να μην συλληφθούν.
Για εμάς όμως οι νεκροί αυτοί, τα ταξικά μας αδέρφια, δεν πρέπει να ξεχνιούνται. Το όνομα της 50χρονης Αρμένισσας αποκλειστικής νοσοκόμας, που βούτηξε από τον πρώτο όροφο Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νικαίας για να μη της γίνει έλεγχος, καθώς δε διέθετε τα απαραίτητα έγγραφα νομιμοποίησης της παρουσίας της στο νοσοκομείο, είναι Γκαϊανέ Κασαρτζιάν!
Αλιεύσαμε το παρακάτω από τον τοίχο του Haris Movsesian και θεωρήσαμε ως ελάχιστο χρέος μας, να το δημοσιεύσουμε.
“Έμαθα πριν από λίγο ποια είναι η Αρμένισσα «νοσοκόμα» «που πήδηξε από μπαλκόνι νοσοκομείου και βρήκε τραγικό θάνατο»
ΕΙΜΑΙ ΒΑΘΥΤΑΤΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΜΕΝΟΣ από τον χαμό της πολύ αγαπημένης μου , της συντοπίτισσας , Γκαϊανέ Κασαρτζιάν…
Η Γκαϊανε για 5 συνεχόμενα χρόνια είχε αναλάβει τη φροντίδα του, κατάκοιτου από βαρύτατο εγκεφαλικό ,πατέρα μου ο οποίος πέθανε το 2002.
Ευγενέστατη , φιλότιμη , ευχάριστη , πάντα γελαστή ,αξιαγάπητη . Γίναμε εύκολα φίλοι .
«Τον αδελφό σου κι εσένα σας νοιώθω σαν αδέλφια μου» μου έλεγε σ’ένα μνημόσυνο όπου συναντηθήκαμε , πριν δυο βδομάδες.
«Τον αδελφό σου κι εσένα σας νοιώθω σαν αδέλφια μου» μου έλεγε σ’ένα μνημόσυνο όπου συναντηθήκαμε , πριν δυο βδομάδες.
Ταλαιπωρημένη κοπέλα. Δούλεψε σκληρά. Ασχολήθηκε πολλά χρόνια με τη δύσκολη δουλειά της φροντίδας ηλικιωμένων.
Δεν κράταγε σχεδόν τίποτα για τον εαυτό της . «Για τα παιδιά και για τα εγγόνια» έλεγε … «Σε 2-3 χρόνια , θα γυρίσω , να τα χαρώ κι εγώ»…
«Το Σωματείο των νομίμων είχε αντιληφθεί χθες την παρουσία της και την είχε αναφέρει στην ασφάλεια του νοσοκομείου. Το πρωί που η γυναίκα εμφανίστηκε ξανά η ασφάλεια επιχείρησε να την συλλάβει…» Λέει η είδηση…
ΚΟΥΦΑΛΕΣ ! Τόσο πολύ …. Και η Γκαϊανέ …πρέπει να ήταν πάνω από 25 χρόνια στην Ελλάδα . Τι διάολο …τόσο δύσκολο ήταν να βγουν αυτά τα «κωλόχαρτα»;
Κρίμα. Κρίμα.
Κρίμα. Κρίμα.
Γιατί ρε κορίτσι μου”;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







