Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

Tolerance Project: Η πόλη που έδιωξε τους νεοναζί


Από το tvxs:

Ήταν ένα απόγευμα του Αυγούστου του 1995, όταν ο John Hron, ένας εριστικός αντιρατσιστής, βασανίστηκε και ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από κάποιους νεοναζιστές σε μια λίμνη κοντά στο Kode στο Kungälv της Σουηδίας. Ήταν μόλις 14 ετών. Οι Νεοναζί άρχισαν να κερδίζουν έδαφος στο Kungälv, έναν βιομηχανικό δήμο 20.000 κατοίκων στη δυτική ακτή, για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ η οικονομία της Σουηδίας είχε «τραυματιστεί» στις αρχές της δεκαετίας του 1990 μετά από μια οικονομική κρίση και την πολιτική ρευστότητα.

Εικοσιτέσσερα χρόνια αργότερα, οι νεοναζί της Σουηδίας βάζουν στο στόχαστρο και πάλι μουσουλμάνους και Εβραίους, σε μια χώρα που οι ακροδεξιοί Σουηδοί Δημοκράτες έχουν ενισχυθεί σημαντικά στην κεντρική πολιτική σκηνή. Την ίδια στιγμή μέλη του αποκαλούμενου Nordic Resistance Movement, μιας ανοιχτά ναζιστικής ομάδας, τάχθηκαν υπέρ της φονικής επίθεσης σε δύο τζαμιά στη Νέα Ζηλανδία τον Μάρτιο, που στοίχισε τη ζωή σε 50 άτομα.

Αλλά το Kungälv έχει αλλάξει τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Επηρεασμένος από τη δολοφονία του Hron, ο δήμος ανέπτυξε μια επιτυχημένη πρωτοβουλία για την πρόληψη της στρατολόγησης νέων από ρατσιστές. Μετά την τραγωδία, το Kungälv προσέλαβε τον Christer Mattsson, τοπικό δάσκαλο και ερευνητή, για να οργανώσει την πρωτοβουλία. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του μάλιστα το πρόβλημα δεν ήταν το Kungälv στο σύνολό του, αλλά μικρά κομμάτια του: «Το μίσος είναι πάντα τοπικό».

Ο ίδιος και οι συν-ερευνητές του δημιούργησαν το «Tolerance Project» (Σχέδιο Ανοχής), ξεκινώντας από το Ytterby, ένα μεγάλο σχολείο όπου οι νεοναζί ήταν πολύ δραστήριοι. «Τότε είχαμε ένα μεγάλο πρόβλημα στο σχολείο, αλλά και στη γειτονιά με τους νεοναζί», δήλωσε ο Therése Kraffke, διευθυντής του σχολείου στον Guardian.

Το 2001, ο Kraffke, ο Mattsson και άλλοι δάσκαλοι άρχισαν να διοργανώνουν εργαστήρια με κορίτσια ηλικίας 14 έως 16 ετών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έβγαιναν με τους νεοναζί. «Ο πυρήνας των νεοναζί ήταν κυρίως αγόρια», λέει ο Kraffke. «Θεωρήσαμε ότι αν τα κορίτσια σταματούσαν να τους στηρίζουν, δεν θα είχαν ανθρώπους γύρω τους».

Η «αποκορύφωση» της πρωτοβουλίας ήταν ένα ταξίδι μιας εβδομάδας σε σημαντικά σημεία του Ολοκαυτώματος στην Πολωνία για τα οποία οι μαθητές έπρεπε να παραδώσουν τα τηλέφωνά τους, εξασφαλίζοντας ότι η προσοχή τους επικεντρώθηκε στην εμπειρία τους και στην ομάδα γύρω τους. Η επίσκεψη ενθάρρυνε κάθε μαθητή να σκεφτεί ποιοι ήταν οι νεοναζί, ποια ήταν η στάση τους και πώς να αντιμετωπίσουν συναισθήματα όπως ο θυμός.

Η Madeleine ήταν ένα από τα πρώτα κορίτσια που συμμετείχαν. Στην ηλικία των 14 ετών είχε αρχίσει να ξυρίζει το κεφάλι της και να φορά μπότες και μπουφάν, όπως και οι νεοναζί, ενώ έγραφε σύμβολα των SS σε τοίχους του Kungälv και συμμετείχε σε παρέες υποστηρικτών της θεωρίας της λευκής υπεροχής. «Ξεκίνησα να φωνάζω σε ανθρώπους με σκούρο δέρμα και ήμουν πραγματικά επιθετική. Στην ομάδα μου το να είναι κάποιος θυμωμένος θεωρήθηκε καλό. Η ταυτότητά μου ήταν το σκληρό κορίτσι που είναι θυμωμένο όλη την ώρα. Το κλίμα ήταν τόσο κακό στο σχολείο ενάντια στους μαύρους, τους Μουσουλμάνους και τους Εβραίους και πίστευα ότι μόνο οι λευκοί ήταν οι “σωστοί” άνθρωποι», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στο πλαίσιο του «Tolerance Project», η Madeleine άρχισε να αναμειγνύεται με κορίτσια από άλλα υπόβαθρα. Μίλησαν για το γιατί οι άνθρωποι μισούν ο ένας τον άλλον και έμαθαν για το Ολοκαύτωμα. Κατά τη διάρκεια των έξι μηνών που ήταν στο πρότζεκτ, βρέθηκε για πρώτη φορά μεταξύ των ανθρώπων που την άκουγαν και την σέβονταν. «Νομίζω ότι χωρίς την πρωτοβουλία αυτή δεν θα είχα γλιτώσει και θα ήμουν φίλη των νεοναζί σήμερα», πρόσθεσε η Madeleine, που είναι σήμερα 31 ετών και βοηθός διδασκαλίας.

Η προσέγγιση έγινε γνωστή ως το «Kungälv model» για την αντιμετώπιση του ρατσισμού μεταξύ των εφήβων και οι τεχνικές της ασκούνται σε περισσότερα από 60 σχολεία στη Σουηδία, ενώ στο ίδιο το Kungälv, το πρόγραμμα έχει καταφέρει να λειτουργήσει σαν εμβόλιο στη νέα γενιά ενάντια στον δεξιό εξτρεμισμό.

Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα της Loa Ek, που έλαβε μέρος στο «Tolerance Project» το 2012. Ήταν 14 ετών και η ίδια χαρακτηρίζει τον εαυτό της ως ένα δύσκολο παιδί που αποτύγχανε στις εξετάσεις κι έμενε στις ίδιες τάξεις. «Στην αρχή ήταν δύσκολο για μένα να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, αλλά μετά ηρέμησα γιατί έβλεπα ότι κανείς δεν με έκρινε. Ήταν ένας ασφαλής χώρος, που με βοήθησε να καταλάβω και να ελέγξω τον εαυτό μου. Μάθαμε πόσο εύκολο είναι να χειραγωγούμε ανθρώπους μέσω του ρατσισμού. Πλέον με ενοχλεί τόσο πολύ όταν οι άνθρωποι έχουν πρόβλημα με τους μετανάστες και τους προτρέπω να διαβάσουν κάποια βιβλία», υπογράμμισε η Loa Ek.

Η κατάργηση των φραγμών μεταξύ ομάδων μαθητών είναι το κλειδί της επιτυχίας, σύμφωνα με τον Maarten van Zalk, καθηγητή αναπτυξιακής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Osnabrück της Γερμανίας. «Όταν είσαι μέρος μιας ρατσιστικής υποκουλτούρας, είναι απίθανο να αλληλεπιδράσεις με μετανάστες. Με το Tolerance Project οι νέοι ενθαρρύνονται έντονα να εμπλακούν, και με την εμπλοκή να ανοίξουν τον κύκλο τους. Κι όσο περισσότερο ανοίξει ο κύκλος τους, τόσο υψηλότερο είναι το επίπεδο ανοχής».

Μια μελέτη του 2013 υποστηριζόμενη από οργανισμούς κατά του ρατσισμού υπολόγισε ότι τα οικονομικά οφέλη του έργου είναι σημαντικά, λαμβάνοντας κανείς υπόψη την πρόληψη των ζημιών στην κοινωνία από τις νεοναζιστικές συμμορίες. Παράλληλα νεότερη έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο είχε οδηγήσει σε «αυξημένη αίσθηση ασφάλειας, λιγότερη ευπάθεια και, το σημαντικότερο, λιγότερο μίσος».

Η Cristine Lysell, η οποία επί του παρόντος είναι υπεύθυνη για την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Kungälv, είδε σημαντικές αλλαγές στο σχολείο Ytterby, όπου ήταν καθηγήτρια όταν οι νεοναζί είχαν ακόμα δύναμη. «Ο ρατσισμός άρχισε να εξαφανίζεται και οι μαθητές άρχισαν να αντιδρούν όταν άκουγαν τους ανθρώπους να εκφράζουν ρατσιστικές απόψεις. Ο καθένας στο σχολείο ήταν έτοιμος για ένταξη. Τότε ξεκινήσαμε να συνειδητοποιούμε ότι η σκληρή δουλειά αποδίδει», δήλωσε η Lysell.

Σύμφωνα με τον Kraffke μάλιστα σήμερα οι νεοναζί δεν στρατολογούν από το σχολείο Ytterby, παρόλο που ο αρχηγός τους ζει κοντά. Ένας μαθητής από ένα γειτονικό σχολείο ήταν τόσο συγκινημένος από την εμπειρία του στο πρόγραμμα, που οργάνωσε μαζί με τους φίλους του μια επετειακή συναυλία στην μνήμη του John Hron, 20 χρόνια μετά το θάνατό του, όπου συμμετείχαν περίπου 5.000 άτομα.

«Το ονομάσαμε "Μαζί για το Kungälv". Αντί να λέμε ότι μισούμε τους ρατσιστές, θέλαμε ένα μήνυμα που θα ήταν θετικό και χωρίς αποκλεισμούς. Θέλαμε να δείξουμε ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου όλοι μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς και ευτυχείς και να καταλάβουμε ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί», λέει η Louise Eklund.

Το 2015 η επιτυχία του έργου οδήγησε στην ίδρυση του Ινστιτούτου Segerstedt στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ, με σκοπό την ανάπτυξη και τη διάδοση του μοντέλου Kungälv. Το ινστιτούτο εκπαιδεύει τους δασκάλους και τους κοινωνικούς λειτουργούς να εφαρμόσουν τη μεθοδολογία στο δικό τους περιβάλλον, προσαρμόζοντάς το στις ιδιαιτερότητες της νοοτροπίας και του ύφους της νεολαίας. «Κάτι τέτοιο απαιτεί μια πολύ σύνθετη, τοποθετημένη γνώση, καθώς και την κατανόηση του τοπικού πλαισίου», λέει ο Mattsson, ο οποίος τώρα διευθύνει το ινστιτούτο.

Κάθε χρόνο, περισσότεροι από 800 Σουηδοί μαθητές περνούν από το μοντέλο Kungälv. Αλλά κανείς δεν πρέπει να θεωρήσει ότι το έργο έχει γίνει και το πρόβλημα υποχωρεί, σύμφωνα με τον Mattsson. «Αν σταματήσουμε να κάνουμε αυτή τη δουλειά, ο ρατσισμός θα επανέλθει σε διαφορετική μορφή σε ένα χρόνο, πέντε ή 10 χρόνια. Κανείς δεν μπορεί να απαλλαγεί από τον ρατσισμό, πρόκειται για μια συνεχής μάχη».

Για τη Madeleine, οι νεοναζιστικές πορείες δεν είναι ο μόνος λόγος που το μοντέλο Kungälv παραμένει τόσο απαραίτητο. «Όταν έπιασε φωτιά ο καθεδρικός ναός της Notre Dame, στο Facebook οι άνθρωποι άρχισαν να κατηγορούν τους μουσουλμάνους αμέσως. Ο καθημερινός ρατσισμός αυξάνεται σε ολόκληρη τη Σουηδία».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου