Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Η θρυλική απόδραση των 8 κομμουνιστών από τα "μπουντρούμια της κεφαλαιοκρατίας" στην Αίγινα.

Απο το βαθυ κοκκινο:
Μια απ' τις δραπετεύσεις που άφησαν ιστορία ήταν και αυτή που συνέβη στις 8 Μάη του 1934 από τις φυλακές της Αίγινας. 8 στελέχη του ΚΚΕ, (οι Σακαρέλος, Θωμάζος, Φλαράκος, Σαρίκας, Δαρβίσογλου, Δουλγέρης, Κλειδωνάρης και Βαβούδης) γίνονται άφαντοι πραγματοποιώντας μια εντυπωσιακή δραπέτευση.
Αυτή η απόδραση των κομμουνιστών κρατουμένων της Αίγινας -που πραγματοποιήθηκε και με την βοήθεια του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ όπου και συμμετείχε και ο Αρης Βελουχιώτης-  θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες αποδράσεις που έγιναν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Υπήρξε το πρότυπο της μεγάλης απόδρασης των Βούρλων που ακολούθησε 21 χρόνια αργότερα...

Από το βιβλίο του Δημήτρη Γκιώνη "Οι μεγάλες αποδράσεις" αντιγράφουμε: .

Εκείνο το πρωί της Τρίτης 8 Μάη του 1934 στο παμπάλαιο συγκρότημα των φυλακών της Αίγινας οι φύλακες κάναν μια από τις ρουτινιέρικες φροντίδες της ημέρας: πρωινό προσκλητήριο. Περνούσαν έξω από τα κελιά των φυλακισμένων, ρίχνανε μια ματιά και φώναζαν τα ονόματα. Κάθε όνομα και «παρών». Ολοι ακούστηκαν να είναι παρόντες, και κυρίως οι 83 κομμουνιστές που κρατιόντουσαν στη Γ' ακτίνα, την επωνομαζόμενη «κόκκινη ακτίνα».

Το προσκλητήριο εκείνο σφραγίστηκε με την αναφορά που καταχωρήθηκε στις 9.30 στο επίσημο βιβλίο της επιθεώρησης των φυλακών:

«Έπιθεωρήσαντες τάς κλινοστρωμνάς, τούς τοίχους καί τά δάπεδα εύρομεν έχοντα αυτά έν τάξει τούς δέ κρατουμένους άπαντας καλώς έχοντας καί παρόντος».

Αφαντοι!

Η βόμβα έσκασε μισή ώρα πιο μετά, όταν ο αρχιφύλακας Χατζόγλου περνώντας από την «κόκκινη ακτίνα» "είδε" τον κρατούμενο Σακαρέλλο να κοιμάται κουκουλωμένος μέχρι την κορυφή, την ώρα που οι άλλοι σουλάτσαραν στο προαύλιο.

- Έ, του φωνάζει, ξύπνα, 10 η ώρα!

Αλλά εκείνος δεν σαλεύει. Μπαίνει μέσα, τον σκουντάει και τότε αντιλαμβάνεται ότι το «πράγμα» που είναι κουκουλωμένο στο κρεβάτι δεν είναι ο Σακαρέλλος, αλλά ένας σωρός από παλιόρουχα, κατάλληλα φτιαγμένα ώστε να φαίνεται σαν ανθρώπινο σώμα.

Μένει εμβρόντητος για μια στιγμή κι όταν συνέρχεται σημαίνει έκτακτο προσκλητήριο, οπότε οι απόντες βγαίνουν οχτώ!

- Πού είναι οι άλλοι, ρωτούν τώρα εναγώνια οι επικεφαλής της φυλακής που έχουν καταφτάσει εσπευσμένα.

Κανένας από τους φυλακισμένους δεν απαντάει. Μερικοί μόνο χαμογελάνε. Η ερώτηση απευθύνεται σ’ έναν από τους ... χαμογελαστούς.

- Δεν ξέρουμε, ούτε θα μάθετε! λέει εκείνος σαρκαστικά.

Η ίδια απάντηση βγαίνει και από τους άλλους.

Μία σήραγγα 24 μέτρων

Διατάζεται το κλείσιμο όλων των κρατουμένων στα κελιά τους και αρχίζει μια απεγνωσμένη έρευνα κελί προς κελί, που δεν αποδίδει τίποτα.

Η απελπισία τους έχει φτάσει στο έπακρο, όταν τις πρώτες απογευματινές ώρες παρουσιάζεται, σαν «από μηχανής Θεός», ένας αγρότης πού είχε το καλύβι του λίγο πιο έξω από τη φυλακή, για να τους πει, ότι ανακάλυψε μια μεγάλη τρύπα κοντά στο πεζούλι του περιβολιού του, που δεν ήταν χτες και παραδίπλα πεταμένο ένα αμπέχονο.

Στο σημείο αυτό καταφτάνουν έπειτ’ από λίγο οι επικεφαλής της φυλακής. Ηταν δυνατό νά έχει σχέση με την απόδραση;

Πριν χωθούν στην τρύπα που έχασκε μπροστά τους έκαναν μια έρευνα γύρω. Στο δασάκι που άρχιζε πιο πέρα βρήκαν πεταμένα άδεια πακέτα τσιγάρα, σπίρτα, αποτσίγαρα. ’Εκείνο όμως που τους έπεισε ότι πέρασαν από εδώ οι δραπέτες ήταν ένα σημείωμα που βρήκαν καρφωμένο σ’ ένα δέντρο. Εγραφε:
«Είμαστε ασύλληπτα πουλιά, και όπως φύγαμε εμείς έτσι θα φύγουν και οι άλλοι»!

Η υποψία ότι η τρύπα του περιβολιού οδηγούσε σε κάποιο κελί έγινε βεβαιότητα.

Λίγο αργότερα ένας ντόπιος σερνόταν μ’ ένα σχοινί στο χέρι, κάτω από τη γη και έφτανε στο κελί 7. Η σήραγγα, μήκους 24 μέτρων και ανοίγματος ενός μέτρου, κατάληγε κάτω απ’ το πρεβάζι του παραθυριού του κελιού αυτού, που ήταν το τελευταίο της «κόκκινης ακτίνας».

Το ίδιο απόγευμα -10 ώρες μετά την απόδραση- έφτανε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πειραιώς και στο υπουργείο Εσωτερικών ένα καταπληκτικό τηλεγράφημα: «Οι βαρυποινίτες κομμουνισταί Δημ. Σακαρέλλος, Ζαννής Φλωρίκος, Κ. Σαρίκας, Αβραάμ Δερβίσογλου, Εύάγγ. Θωμάζης, Αποστ. Κλειδωνάρης, Μόσχος Δουλγέρης καί Ν. Βαβούδης έδραπέτευσαν διά διατρήσεως ύπονόμου. Ένεργούμεν τά δέοντα άνευ άποτελέσματος μέχρι στιγμής».

Όπως ήταν φυσικό το τηλεγράφημα αυτό αναστάτωσε τις αρχές και τους υπευθύνους. Ο τότε υπουργός Ταλιαδούρος διάταξε ανακρίσεις και σε δηλώσεις του αναφέρθηκε στην άθλια κατάσταση των φυλακών, ενώ ο εισαγγελέας Πειραιώς διάταξε με τη σειρά του ανακρίσεις στέλνοντας τον εισαγγελέα Οικονομόπουλο να παρακολουθήσει από κοντά την πορεία τους.

«Φαντομάδες»

Η απόδραση τούτη πήρε μεγάλη έκταση στις εφημερίδες της εποχής, οι όποιες δεν έκρυβαν τον θαυμασμό τους για το εγχείρημα.

Να πώς την χρωματίζει σε ολοσέλιδη ανταπόκρισή του ο απεσταλμένος της «Άκροπόλεως»:

«Τύφλα νάχουν όλοι οι μυθιστοριογράφοι του κόσμου. Ο,τι συνέβη έδώ είς τό τεράστιον μέν πανάρχαιου δέ καί «σαράβαλου» οικοδόμημα των φυλακών Αίγίνης καί έξετυλίχθη μέ διαβολική μαεστρία, δέν ύπάρχει γραμμένο είς καμμίαν σελίδα κανενός καί άπό τά πλέον τερατολόγα μυθιστορήματα. Οί όκτώ πού έφυγαν καί οί 75 πού συνέπραξαν -83 έν συνόλω άτομα, όπως θά ίδωμεν κατέστρωσαν καί έξετέλεσαν τήν "μεγαλειώδη" άπόδρασιν -ξεπέρασαν καί τούς φαντομάδες καί τούς Ροκαμβόλ είς Εμπνευσιν καί έκτέλεσιν».

Την προηγούμενη η ίδια εφημερίδα, αναφερόμενη στην απόδραση των «κόκκινων φαντομάδων», όπως τους αποκαλεί, γράφει με δέος:

«Αι φυλακαί τούς κρατούν έφ’ όσον αυτοί τό θέλουν! "Οταν δέν τό θέλουν όταν τάς... βαρεθούν, τό εύκολώτερον πράγμα δι’ αυτούς είναι νά τάς έγκαταλείψουν»!

Ο «Ριζοσπάστης»

Διαφορετική, φυσικά, είναι η στάση του «Ριζοσπάστη». Την πρώτη ημέρα η είδηση δόθηκε σ’ ένα λιτό δίστηλο με τίτλο; «’Οχτώ σύντροφοι μας δραπέτευσαν προχθές άπό τις φυλακές τής Αίγινας».


Την επόμενη όμως η θέση της εφημερίδας είναι ανοιχτά με το μέρος των δραπετών: «Οχτώ άγωνιστές τής έργατικής τάξης δραπέτευσαν άπό τά μπουντρούμια τής κεφαλαιοκρατίας», γράφει σε ημισέλιδο τίτλο στην πρώτη σελίδα και ακολουθεί λεπτομερειακό ρεπορτάζ που αρχίζει έτσι:

«Ή είδηση έσκασε σά μπόμπα... όχτώ συντρόφοι μας παληοί άγωνιστές, βαρυποινίτες γιά τήν έπαναστατική τους δράση, άφησαν "γειά" στά βαρειά σίδερα τής έλληνικής δημοκρατίας. ’Αχρηστέψανε τις σκοπιές, τά κάστρα, τά κάγγελα καί τά μπουντρούμια καί φύγανε έκεί πού τούς καλεί τό έπαναστατικό τους καθήκον. Ό άστικός τύπος ξερνάει τή χολή του μέ έπικεφαλής τόν "Ανεξάρτητο" πού ούτε λίγο, ούτε πολύ όνομάζει τούς συντρόφους μας "έγκληματίες". Οί άρχές τής ’Αθήνας καί τού Πειραιά κινητοποιήθηκαν δραστήρια. Ό Σαρωνικός γέμισε άτμάκατες πού έρευνούν τά καράβια μήπως... βρίσκονται μέσα οί κομμουνιστές. Ανω κάτω έγινε ή Αίγινα, τά χωριά της, τά βουνά της κι άκόμα ή άστυνομία ψάχνει στόν Πόρο, στά Μέθανα, στόν Πειραιά, στήν ’Αθήνα. Ψάχνει, ψάχνει παντού, μά πάει, τό πουλάκι πέταξε...».

Οι αστικές εφημερίδες συμπλήρωσαν τα δημοσιεύματά τους, κατά το προηγούμενο της Εμμανουηλίδουκαι του Μπεζεντάκου, με την πληροφορία ότι τους δραπέτες παράλαβε στα Ανοιχτά του Σαρωνικού το σοβιετικό ατμόπλοιο «Νοδοροσίσκυ», το οποίο είχε αναχωρήσει την ίδια νύχτα από τον Πειραιά για το Πόρτ Σάντ.

Η κατοπινή δράση τους δεν επιβεβαιώνει την πρόσθετη πληροφορία, ότι βολεύτηκαν στη Σοβιετική Ενωση. Μερικοί από αυτούς, όπως ο Σακαρέλλος, ο Φλωράκος, ο Θωμάζης και ο Δερβίσογλου, βρέθηκαν μεν στο εξωτερικό, Αλλά κατευθύνθηκαν στην Ισπανία όπου έλαβαν μέρος στον εμφύλιο πόλεμο, στο πλευρό των δημοκρατικών δυνάμεων. Ο Βαδούδης επέστρεψε αργότερα στην Ελλάδα και «αυτοκτόνησε» το 1951 σε μια επίθεση της Αστυνομίας σ' ένα σπίτι στην Καλλιθέα όπου κρυβόταν, λίγο μετά άφ’ ότου πιάστηκε 0 Μπελογιάννης.

86 σε μια πτέρυγα

Οι φυλακές της Αίγινας ήταν πραγματικά ένα παμπάλαιο και σαράβαλο κτίριο. Είχε χτιστεί στα χρόνια του Καποδίστρια και χρησιμοποιήθηκε αρχικά, και για πολλά χρόνια, για στρατιωτική σχολή. Αργότερα έγινε ορφανοτροφείο και στη συνέχεια φυλακή.

Ηταν ένα ισόγειο πλακόστρωτο κατασκεύασμα με ξύλινη οροφή που, όπως όλα τα παλιά κτίρια, χωριζόταν από την κεραμοσκεπή στέγη μ’ ένα μεγάλο κενό.

Οι 86 κομμουνιστές κρατιόντουσαν σε 10 συνεχόμενα κελιά (από 7-10 σε κάθε κελί) στην Γ' πτέρυγα, ενώ στις άλλες κρατιόντουσαν οι ποινικοί. "Όλοι μαζί έφταναν τους 600. Την ίδια εποχή σε άλλες φυλακές (Ίτζεδίν, Γεντί - Κουλέ κ.ά.) κρατιόντουσαν περί τους 1.000 κομουνιστές.

Ο διαχωρισμός ποινικών - κομμουνιστών κρινόταν αναγκαίος, «διότι -γράφει η "Άκρόπολις"- η  διεύθυνσις τών φυλακών έγνώριζεν έκ πείρας ότι όσάκις τούς διασκόρπιζαν είς όλα τά κελλιά, οί μεμυημένοι είς τάς ίδέας του Μάρξ "διεφώτιζαν" καί τούς άλλους, τούς ποινικούς κρατουμένους, καί "έσήκωναν τήν φυλακή στό πόδι"».

Η απόδραση αποφασίστηκε από τους αρχηγούς της κολεκτίβας των φυλακισμένων σε συνεννόηση με το Κόμμα.
Κριτήριο για το ποιοι θα δραπετεύσουν ήταν κι εδώ η ποινή που βάραινε τον καθένα και οι ανάγκες που είχε το Κόμμα.

«Τό Κόμμα -Εδινε στο σημείο αυτό την ερμηνεία της η "Άκρόπολις"- όχι μόνον είχε ανάγκην των δραπετών, άλλά και ενός Εντυπωσιακού γεγονότος διά νά μάθη ή πτωχή προλεταρία ότι αν ή άστική πολιτεία Εξαπολύει τρομοκρατίαν καί έχει φυλακάς οι κομμουνισταί ξεύρουν νά τάς καταργούν».


Από το 7

Το εγχείρημα παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες και απαιτούσε πολλή δουλειά από μέσα και καλή «οργάνωση υποδοχής» απ' έξω.

Αποφάσισαν να φύγουν με την μέθοδο του λαγουμιού, μ’ όλες τις δυσκολίες που παρουσίαζε.

Το πρόβλημα ήταν από που θ’ άρχιζαν. Περισσότερο προσφερόταν ο χώρος κάτω από το πρεβάζι του παραθυριού του κελιού 7, που βρισκόταν μισό μέτρο πάνω από το δάπεδο: α) γιατί εκεί ο τοίχος έφτανε σε πάχος το ένα μέτρο, πράγμα που τους επέτρεπε ν’ ανοίξουν μέσα στον ίδιο τον τοίχο το «πηγάδι» που θα οδηγούσε στο λαγούμι, δ) μπορούσαν από τη θέση που βρισκόταν το παράθυρο να ελέγχουν εύκολα την έξω κίνηση και γ) από εκεί εξασφαλιζόταν ο ασφαλέστερος υπόγειος δρόμος προς την ελευθερία, αφού μόλις τέλειωνε το προαύλιο της φυλακής κι ένας μικρός δημόσιος δρόμος, άρχιζαν τα χωράφια και αμέσως μετά ένα δασάκι απ’ όπου μπορούσαν εύκολα να εξαφανιστούν.

Στo κελί 7 έμεναν οι Κλειδωνάρης, Βαβούδης, Θωμάζης, Βέργος και Μαρμαρέλης (πρώην αρχισυντάκτης του «Ριζοσπάστη»). Οι δυο τελευταίοι, που δεν άκολούθησαν τους δραπέτες, στάθηκαν από τους βασικούς συντελεστές της απόδρασης. Στους πέντε αυτούς έπεσε και το μεγαλύτερο μέρος της πρακτικής δουλειάς.

Τρεις μήνες κάτω από τη γη

Το έργο άρχισε τρεις μήνες πριν τελειώσει. Σήκωσαν πρώτα το ξύλινο φαρδύ πρεβάζι του παραθυριού και άρχισαν σιγά-σιγά να «τρώνε» το εσωτερικό του. Βασικό εργαλείο τους, το σιδερένιο πόδι ενός κρεβατιού.

Ενας δούλευε και οι άλλοι κράταγαν τσίλιες. Μόλις έβλεπαν κάποιο κίνδυνο έβαζαν γρήγορα το πρεβάζι στη θέση του και το κελί ξανάβρισκε τη συνηθισμένη εικόνα του. Εκείνο που τους ευκόλυνε αρκετά στο έργο τους ήταν ότι τα παραθυρόφυλλα βρισκόντουσαν στην άκρη της εξωτερικής μεριάς του τοίχου και ακόμα ότι ένα μέρος του παραθυριού ήταν μόνιμα καλυμμένο με εφημερίδες για να μην μπαίνει ο ήλιος στο κελί.

Είχαν υπολογίσει από πριν που θα έβαζαν τα χώματα και τις πέτρες. Ανοιξαν μια τρύπα στον «τσατιμά» που κάλυπτε το ταβάνι, ανέβηκε ένας απάνω και άρχισε να τραβάει μ’ ένα σκοινί τα χώματα και τις πέτρες που έβαλαν σε σακούλες που είχαν φτιάξει με παλιόρουχα. Τις άδειασε και τις σκόρπισε κατά μήκος του ταβανιού.

Η δουλειά αυτή γινόταν συνήθως βράδυ. Μόλις τέλειωναν εφάρμοζαν στην τρύπα του ταβανιού δυο φαρδιές σανίδες ασβεστωμένες, από τον ασβέστη που η υπηρεσία παραχωρούσε, για λόγους καθαριότητας, πρόθυμα στους κρατούμενους.

Αργότερα, όταν τα μπάζα έγιναν πολλά, χρειάστηκε να κατασκευάσουν μικρά πατάρια, μεταξύ στέγης και ταβανιού, όπου συσσώρευαν τις πέτρες και τα χώματα.

Το ταβάνι, έξ άλλου, ήταν και ο ασφαλέστερος δρόμος επικοινωνίας με τ’ άλλα κελιά. Οποιος χρειαζόταν άνοιγε εκεί μια τρύπα, ανέβαινε απάνω, προχωρούσε σκυφτά και έφτανε στο 7.

Μόλις άνοιξαν ένα «πηγάδι» βάθους δυο μέτρων, άρχισαν να σκάβουν οριζόντια για το λαγούμι. Το έργο από εκεί κι έπειτα παρουσιαζόταν σχετικά εύκολο, γιατί είχαν να κάνουν με μαλακό χώμα.

Στο φως του λυχναριού

01 σκαφτιάδες δούλευαν -κυρίως την ημέρα και σπάνια τη νύχτα- με βάρδιες που δεν ξεπερνούσαν τα 10 λεπτά, γιατί δυσκολευόντουσαν ν’ αναπνεύσουν. Τενεκεδάκια με λάδι και φιτίλι τους φώτιζαν στο έργο τους.

Η φύλαξη των κρατουμένων εκείνα τα χρόνια δεν ήταν πολύ αυστηρή. Λιγότερη ακόμη αυστηρή ήταν η φρούρηση στην Αίγινα, όπου οι ενδεχόμενοι δραπέτες είχαν ν’ αντιμετωπίσουν και το πρόβλημα της απομάκρυνσης από το νησί.

Ολη την ημέρα οι κρατούμενοι ήταν ελεύθεροι να σουλατσάρουν στο προαύλιο της φυλακής ή να ασχολούνται με έργα «ειρηνικά» -μαστορέματα, νοικοκυριό, κατασκευή διαφόρων σουβενίρ κλπ.- και μόνο το βράδυ, μετά το καθιερωμένο προσκλητήριο, κλεινόντουσαν στα κελιά. Τα μέτρα έγιναν αυστηρά μετά την απόδραση.

Δουλεύοντας αλλά και υπολογίζοντας το μάκρος της υπόγειας διαδρομής, αφού πέρασαν σκάβοντας τον δημόσιο δρόμο κατάληξαν πίσω από τη μάντρα ενός περιβολιού. Ανοιξαν μια μικρή τρύπα και κατόπτευσαν τον γύρω χώρο. Καμιά διακοσαριά μέτρα από εκεί ήταν ένα μικρό καλύβι και κάμποσα μέτρα απέναντι τους άρχιζε ένα δασάκι. Την ξανάκλεισαν και ξαναγύρισαν στη φυλακή τους για να προετοιμάσουν την τελική φάση του εγχειρήματος.

Ετοιμοι

Στις 7 Μαΐου ημέρα Δευτέρα ήταν όλοι έτοιμοι. Και αυτοί που θα έφευγαν και εκείνοι που τους περίμεναν απ' έξω. Στους τελευταίους αυτούς ήταν και πάλι ο Θανάσης Κλάρας, ο όποιος είχε κάνει στις φυλακές Αίγινας στο τέλος του 1929 για 45 μέρες, για παράβαση του «Ιδιώνυμου». Στις ίδιες φυλακές ξανακλείστηκε ο Κλάρας το 1936 από τη δικτατορία του Μεταξά.

Εκείνο το βράδυ, όπως είπαν αργότερα οι φύλακες, επικρατούσε μεγάλη ευθυμία στην πτέρυγα των κομμουνιστών, λες και κάτι γιόρταζαν. Ενα από τα τραγούδια που έλεγαν και ξανάλεγαν κατάληγε σε τούτο το δίστιχο:

Ρία ρία ρό

θα σε πάρω Μαριγώ!

Στις 10 η ώρα όμως, μόλις σήμανε σιωπητήριο, όλοι σταμάτησαν και έπεσαν στα κρεβάτια τους. Την ίδια ώρα άρχιζε η προετοιμασία για την απόδραση.

Για τους κρατούμενους του 7 δεν υπήρχε πρόβλημα. Η τρύπα άρχιζε από το κελί τους. Έπρεπε όμως να περιμένουν και τους άλλους. Οι Δερβίσογλου, Σαρίκας και Δουλγέρης βρισκόντουσαν στο κελί 6, ενώ οι Σακαρέλλος και Φλωράκος στο 1. Και οι μεν όμως και οι δε ήρθαν από τον ίδιο δρόμο στο 7: από το ταβάνι. Σχετικά εύκολα οι πρώτοι, κάπως πιο δύσκολα οι δεύτεροι, αφού είχαν να περάσουν πάνω από 6 κελιά.

Ολοι οι κρατούμενοι κομμουνιστές συνεργάστηκαν εκείνη τη νύχτα, άλλος λίγο άλλος πολύ, για την απόδραση των συντρόφων τους.

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα βρισκόντουσαν και οι 8 στο κελί 7. Σήκωσαν το σκέπασμα του «πηγαδιού», αποχαιρέτησαν τους Βέργο και Μαρμαρέλη που απόμειναν και άρχισαν ένας-ένας να κατεβαίνουν και στη συνέχεια να σέρνονται στη σήραγγα που φωτιζόταν από τα λυχνάρια που είχαν τοποθετήσει κατά μήκος της.

Ο Βέργος κι' ο Μαρμαρέλης έκλεισαν με φροντίδα το άνοιγμα του «πηγαδιού», φούσκωσαν με παλιόρουχα τα κρεβάτια των συντρόφων τους που έφυγαν -το ίδιο έκαναν και οι άλλοι που έμειναν στα κελιά 6 και 1- και ξάπλωσαν.

Ελεύθεροι

Με λίγα χτυπήματα από τους δυο πρώτους η τρύπα, στην άλλη άκρη της σήραγγας, άνοιξε. Εριξαν μια αρπαχτή ματιά. Απόλυτη ησυχία. Ενας-ένας έβγαινε και κατευθυνόταν στο δασάκι, όπου σε λίγο είχαν συγκεντρωθεί και οι οχτώ. Κοίταξαν προς τη μεριά της φυλακής. Απόλυτη ησυχία κι' εκεί.

Συγυρίστηκαν και κάθισαν στις πέτρες να φουμάρουν. Λίγο πριν κινήσουν κατά το γιαλό κάποιος έριξε την ιδέα:

- Δεν τους γράφουμε κι’ ένα ραβασάκι;

- Να τους γράψουμε.

Το κάρφωσαν σ’ ένα δέντρο και ξεκίνησαν.

Μία βάρκα τους περίμενε στην ακροθαλασσιά. Δεν ήταν δική τους. Ηξεραν όμως ότι βρισκόταν εκεί κάθε βράδυ. Μόνο που ο ψαράς που την είχε έπαιρνε τα βράδυα, για κάποια ασφάλεια, τα κουπιά. Τα αντικατάστησαν με δυο γερές σανίδες, έσπρωξαν τη βάρκα στη θάλασσα, μπήκαν μέσα κι’ άρχισαν ν’ απομακρύνονται με απαλές κινήσεις. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, ο καιρός καθαρός, είχε αρχίσει το καλοκαίρι.

Τρία μίλια από την Αίγινα βρίσκεται το νησάκι Μονή.
Εκεί τους περίμενε μια βενζινάκατος με τους συντρόφους τους απ’ έξω. Αντάμωσαν συγκινημένοι.

Δεν είχαν καιρό για χάσιμο. Αλλαξαν ρούχα. Λίγο αργότερα η βενζινάκατος κατευθυνόταν στο Σαρωνικό.

Η απόδραση των 8 τής Αίγινας θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες αποδράσεις που έγιναν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Θαυμάστηκε απ’ όλους -ακόμα και εμπειρογνώμονες από το εξωτερικό ήρθαν για να μελετήσουν το άνοιγμα της σήραγγας - τραγουδήθηκε από τους κομμουνιστές και υπήρξε το πρότυπο της μεγάλης απόδρασης των Βούρλων που ακολούθησε 21 χρόνια αργότερα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου