Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Η άγνωστη αιματηρή σύγκρουση Αμερικανών και Ρώσων στη Συρία


Tο πλήρες χρονικό της σύγκρουσης μεταξύ Αμερικανών καταδρομέων και Ρώσων μισθοφόρων στη Συρία στις 7 Φεβρουαρίου παρουσιάζεται σε εκτενές δημοσίευμα των New York Times, που επικαλούνται στοιχεία, συνεντεύξεις και έγγραφα. Το Πεντάγωνο χαρακτηρίζει τη σύγκρουση μια «πράξη αυτοάμυνας» απέναντι σε φιλοκυβερνητική δύναμη, η οποία περιελάμβανε εκατοντάδες ενόπλους – μεταξύ των οποίων πολλοί Ρώσοι μισθοφόροι- οχήματα και πυροβολικό.
Ο φόβος μιας αναμέτρησης μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών δυνάμεων στη Συρία υπάρχει εδώ και καιρό, καθώς οι δύο χώρες – οι σχέσεις των οποίων βρίσκονται σε ψυχροπολεμικά επίπεδα- υποστηρίζουν διαφορετικές πλευρές στον επταετή συριακό εμφύλιο. Γενικότερα, οι αμερικανικές (δυτικές εν γένει) και ρωσικές δυνάμεις τηρούν αποστάσεις, επικοινωνώντας μέσω ειδικών γραμμών αποκλιμάκωσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τις ημέρες πριν τη μάχη, η Ρωσία και οι ΗΠΑ υποστήριζαν δύο διαφορετικές πολεμικές επιχειρήσεις κατά του ISIS, στις απέναντι όχθες του Ευφράτη, στην επαρχία Ντέιρ αλ Ζορ.
Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν επισημάνει αύξηση των δυνάμεων στην περιοχή, ωστόσο η απάντηση της ρωσικής πλευράς ήταν πως δεν ήταν υπό τον έλεγχό τους οι δυνάμεις που συγκεντρώνονταν κοντά στον ποταμό, αν και οι Αμερικανοί είχαν υποκλέψει επικοινωνίες στα ρωσικά. Τα σχετικά έγγραφα περιγράφουν τη δύναμη ως φιλοκυβερνητική, πιστή στον πρόεδρο Άσαντ, η οποία αποτελούνταν από μερικούς Σύριους στρατιώτες και προσκείμενες στην κυβέρνηση πολιτοφυλακές αλλά η πλειονότητα ήταν Ρώσοι μισθοφόροι/ παραστρατιωτικοί, κατά πάσα πιθανότητα μέλη του Wagner Group, μιας σκιώδους εταιρείας που θεωρείται πως αναλαμβάνει «δουλειές» για το Κρεμλίνο με τις οποίες η ρωσική κυβέρνηση δεν θέλει να συνδέεται. «Η ρωσική διοίκηση στη Συρία μας διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν δικοί τους» είπε ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Τζιμ Μάτις, ενώπιον γερουσιαστών τον προηγούμενο μήνα, προσθέτοντας πως ακολούθως έδωσε εντολή στον στρατηγό Τζόζεφ Ντάνφορντ Τζούνιορ, επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου, να εξοντωθεί η συγκεκριμένη δύναμη.
Το χρονικό της μάχης
Την 7η Φεβρουαρίου μια ομάδα περίπου 30 καταδρομέων της Δύναμης Δέλτα και των Ρέιντζερ επιχειρούσε μαζί με κουρδικές και αραβικές δυνάμεις σε ένα μικρό φυλάκιο κοντά σε εγκατάσταση αερίου της Conoco κοντά στην πόλη της Ντέιρ αλ Ζουρ. Ταυτόχρονα, περίπου 32 χιλιόμετρα μακριά, σε βάση υποστήριξης υπήρχε μια άλλη αμερικανική δύναμη, που αποτελούνταν από πρασινοσκούφηδες και πεζοναύτες, που παρακολουθούσαν μέσω drones τη συγκέντρωση της εχθρικής δύναμης στην περιοχή- η οποία άρχισε να κινείται αργά προς την εγκατάσταση της Conoco στις 3 το μεσημέρι. Νωρίς το βράδυ, πάνω από 500 άνδρες και 27 οχήματα- περιλαμβανομένων αρμάτων μάχης και τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού- βρίσκονταν στην περιοχή. Από πλευράς τους, οι Αμερικανοί είχαν θέσει σε ετοιμότητα τις αεροπορικές τους δυνάμεις στην περιοχή, ενώ η δεύτερη δύναμη (πρασινοσκούφηδες και πεζοναύτες) έθετε σε ετοιμότητα μια μικρή μονάδα αντίδρασης, 16 στρατιωτών σε τέσσερα οχήματα, με βαρύ οπλισμό που περιελάμβανε αντιαρματικά όπλα.
Στις 8.30 το βράδυ τρία ρωσικής κατασκευής άρματα μάχης Τ-72 έφτασαν σε απόσταση ενός μιλίου (1,6 χλμ) από την εγκατάσταση, ενώ κατά τις 10 πλησίαζαν και άλλα άρματα μάχης και τεθωρακισμένα, που είχαν εμφανιστεί από μια περιοχή με σπίτια. Μισή ώρα αργότερα, άρχισε η μάχη, με το φυλάκιο να δέχεται πυρά αρμάτων μάχης, πυροβολικού και όλμων.
Οι Αμερικανοί καταδρομείς καλύφθηκαν και ετοιμάστηκαν να ανταποδώσουν με πυρά αντιαρματικών όπλων και πολυβόλων. Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα των NY Times, Αμερικανοί αξιωματούχοι κάλεσαν Ρώσους ομολόγους τους, ζητώντας ανάκληση της επίθεσης, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Εν τέλει, οι καταδρομείς ανταπέδωσαν πυρά, ενώ παράλληλα εξαπολυόταν μαζική αεροπορική επίθεση σε κύματα, με μεγάλη ποικιλία αεροσκαφών, από μη επανδρωμένα Reaper, μέχρι F-15 Strike Eagle, F-22, ελικόπτερα Apache, αεροσκάφη AC-130 (βαριά οπλισμένη εκδοχή του C-130 για χρήση κατά στόχων εδάφους) κ.α. Επί τρεις ώρες, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, η εχθρική δύναμη δεχόταν αλλεπάλληλα πλήγματα από αέρος, καθώς και πυρά πυροβολικού από μονάδες των πεζοναυτών στην περιοχή- ενώ παράλληλα έσπευδε εκεί, εν μέσω τους σκοταδιού, και η δύναμη αντίδρασης, που έφτασε κατά τις 11.30, αλλά παρεμποδίστηκε από πυρά πυροβολικού- μέχρι την εξουδετέρωση των εχθρικών πυροβόλων από τις αεροπορικές επιθέσεις. Στην εγκατάσταση της Conoco, οι καταδρομείς ήταν καθηλωμένοι από το εχθρικό πυροβολικό, ενώ στην περιοχή σημειώνονταν πυκνά πυρά από όλες τις πλευρές. Κατά τη 1 τα ξημερώματα, με το πυροβολικό των επιτιθέμενων να έχει κατασταλεί σε μεγάλο βαθμό, η δύναμη αντίδρασης έφτασε στο φυλάκιο και το ενίσχυσε, ενώ τα αμερικανικά αεροσκάφη επέστρεφαν στις βάσεις τους.
Ακολούθησε επίθεση πεζικού από τους μισθοφόρους κατά των περίπου 40 Αμερικανών καταδρομέων και , οι οποίοι είχαν ετοιμαστεί για να την αποκρούσουν, ενώ παράλληλα καλούσαν νέα αεροπορικά πλήγματα ακριβείας. Μία ώρα μάχης μετά, οι μισθοφόροι και οι Σύριοι μαχητές που ήταν μαζί τους άρχισαν να υποχωρούν, συλλέγοντας τους νεκρούς τους.
Οι απώλειες
Σύμφωνα με τους NY Times, μεταξύ των Αμερικανών στρατιωτών δεν υπήρχαν απώλειες, ενώ ένας Σύριος μαχητής που ήταν μαζί τους είχε τραυματιστεί. Όσον αφορά στις ρωσικές απώλειες, οι αρχικές αναφορές έκαναν λόγο για μόλις τέσσερις Ρώσους υπήκοους νεκρούς, ωστόσο αναφορές που ακολούθησαν αργότερα αύξαναν τον αριθμό κατά πολύ, σε δεκάδες- επίσης ένας Σύριος αξιωματικός είπε πως περίπου 100 Σύριοι στρατιώτες είχαν σκοτωθεί. Στα έγγραφα που έφτασαν στα χέρια των NY Times οι νεκροί της «φιλοκυβερνητικής δύναμης» υπολογίζονται στους 200-300.
Όσον αφορά στο ποιοι ακριβώς ήταν οι μισθοφόροι και γιατί επιτέθηκαν, δεν έχουν δοθεί ακριβείς απαντήσεις. Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι επρόκειτο για το Wagner Group (από το ψευδώνυμο του Ρώσου πρώην στρατιωτικού που είναι επικεφαλής του), που έχει ως αποστολή στη Συρία την κατάληψη και προστασία εγκαταστάσεων πετρελαίου και αερίου για λογαριασμό της κυβέρνησης Άσαντ. Σε κάθε περίπτωση, οι (επίσημες) ρωσικές δυνάμεις στη Συρία αρνούνται πως είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στη μάχη, ωστόσο τις τελευταίες εβδομάδες οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις στην περιοχή κάνουν λόγο για μεγάλης κλίμακας παρεμβολές στις επικοινωνίες drones και αεροσκαφών όπως αυτών που χρησιμοποιήθηκαν στην επίθεση- σε έναν περιβάλλον ηλεκτρονικού πολέμου έντασης «άνευ προηγουμένου».
Πηγή: Ηuffingtonpost

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου