Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Ουλρίκε Μαϊνχοφ 7 Οκτωβρίου 1934-9 Μαϊου 1976



ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ 

 Γεννήθηκε στο γεμάτο εθνικοσοσιαλιστές Όλντενμπουργκ (Oldenburg) στις 7 Οκτωβρίου 1934 από τον ιστορικό τέχνης Βέρνερ Μάϊνχοφ (Dr. Werner Kurt Armin Meinhof) και την σύζυγό του Ίνγκεμποργκ (Dr. Ingeborg Meinhof), σε ένα συγγενικό περιβάλλον, τουλάχιστον από την πλευρά του πατέρα της, εθνικιστικό και φανατικά προτεσταντικό (με καταγωγή από την Βυρτεμβέργη και προγόνους πάμπολλους θεολόγους) που, από τα μέσα της δεκαετίας, εκδηλώθηκε ως καθαρά εθνικοσοσιαλιστικό. Σε ηλικία 5 ετών, στην Ιένα όπου ο πατέρας της ήταν διευθυντής στο εκεί μουσείο («Stadtmuseum Jena»), έμεινε ορφανή από πατέρα και, μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν έγινε 14 ετών έχασε και την μητέρα της (και οι δύο γονείς της πέθαναν από καρκίνο). Την επιμέλεια της Ουλρίκε και της κατά 3 χρόνια μεγαλύτερης αδελφής της Βίνκε (Wienke), ανέλαβε η φίλη της μητέρας τους και καθηγήτρια Ιστορίας Ρενάτε Ρίμεκ (Renate Katharina Riemeck, 1920 – 2003). Μέχρι τα 20 της χρόνια, η Ουλρίκε ήταν μία θρήσκα προτεστάντισσα χριστιανή, επιμελής μαθήτρια, βιολίστρια και λάτρης της όπερας. Τελείωσε την μέση εκπαίδευση στο «Gymnasium Philippinum Weilburg» του Βάϊλμπουργκ, όπου και ίδρυσε μια σχολική εφημερίδα, την «Spektrum», και εν συνεχεία σπούδασε Φιλοσοφία, Παιδαγωγική, Κοινωνιολογία και Γερμανική Φιλολογία στο Μάρμπουργκ (1955 – 1956) και το Μύνστερ (1957 – 1958). Στο Πανεπιστήμιο του Μύνστερ προσχώρησε τον Μάϊο του 1958 στην «Sozialistischer Deutsche Studentenbund» (SDS), την φοιτητική παράταξη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και αρθρογράφησε στα διάφορα έντυπά της, αλλά και σε κάποια χριστιανικά περιοδικά. 

ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Το 1958 εγκατέλειψε το SDS και προσχώρησε στο ήδη προ διετίας απαγορευμένο από το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο Κομουνιστικό Κόμμα («Kommunistische Partei Deutschlands», KPD). Συμμετείχε ενεργά στο αντιπυρηνικό κίνημα του 1958 – 1959, ενώ από το 1959 έως το 1969 εργάστηκε στο (μυστικά χρηματοδοτημένο από την Ανατολική Γερμανία) αριστερό περιοδικό «Κονκρέτ» του Αμβούργου, στο οποίο είχε την αρχισυνταξία την περίοδο 1962 – 1964. Είχε προηγηθεί στις 27 Δεκεμβρίου 1961 ο γάμος της με τον πλούσιο εκδότη του περιοδικού Κλάους Ράϊνερ Ρελ (Klaus Rainer Röhl), με τον οποίο απέκτησε στις 21 Σεπτεμβρίου 1962 δύο δίδυμες θυγατέρες, τις Μπετίνα (Bettina) και Ρεγκίνε (Regine). Η αρθρογραφία της στην «Κονκρέτ» άφησε εποχή, ιδίως τα κείμενά της που αποκάλυπταν την δραστηριότητα παλαιών ναζί σε ανώτερες θέσεις του κρατικού μηχανισμού της Δυτικής Γερμανίας. Οδηγώντας επιτυχημένα το περιοδικό ανάμεσα στον στενά πολιτικό χαρακτήρα και σε μια προηγμένη θεματογραφία που τολμούσε να θίγει θέματα όπως η σεξουαλική απελευθέρωση, το περιοδικό γνώρισε τεράστια επιτυχία, πιάνοντας την μεγαλύτερη κυκλοφορία του τον Σεπτέμβριο του 1965 με 100.000 αντίτυπα. Οι Ρελ και Μάϊνχοφ χώρισαν το 1967, εξαιτίας της ερωτικής σχέσης του πρώτου με την παντρεμένη Ελληνίδα Δανάη Κουλμάση, και πήραν διαζύγιο τον Μάρτιο του 1968. Από τον Φεβρουάριο του 1968, η απατημένη Ουλρίκε είχε εγκατασταθεί μαζί με τις δύο θυγατέρες της στο Δυτικό Βερολίνο, όπου εργαζόταν ως ελεύθερη δημοσιογράφος στο ραδιόφωνο και τον Τύπο και, παράλληλα, δίδασκε στο εκεί «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο». Ήδη θεωρείτο μία από τις πιο καταξιωμένες δημοσιογραφικές πένες της Δυτικής Γερμανίας, με συχνές εμφανίσεις στα τηλεοπτικά πάνελς της εποχής.

Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΝΤΟΥΤΣΚΕ 

Καθοριστική ίσως στην ζωή της, υπήρξε η απόπειρα δολοφονίας κατά του ηγέτη του φοιτητικού και εξωκοινοβουλευτικού αριστερού κινήματος «ΑΡΟ» Ρούντι Ντούτσκε (Rudi Dutschke, 1940 – 1979), στις 11 Απριλίου 1968, από τον ακροδεξιό Γιόζεφ Μπάχμαν. Σε κείμενο που δημοσίευσε, αναφέρει ανάμεσα σε άλλα και τα εξής: «Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό κι αυτό δεν μου αρέσει. Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχίζεται… Τώρα που έσπασαν τα δεσμά του ήθους και της αξιοπρέπειας, μπορεί και πρέπει συζητηθεί εκ νέου η βία και η αντιβία… Τα αστεία τελείωσαν». Ένα άλλο απόσπασμα είναι επίσης χαρακτηριστικό: «οι σφαίρες που ρίχτηκαν στον Ρούντι έβαλαν τέλος στο όνειρο της μη βίας. Όποιος δεν οπλίζεται πεθαίνει. Όποιος δεν πεθαίνει είναι θαμμένος ζωντανός: στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στις τρύπες (τις πόλεις – δορυφόρους), στις απαίσιες πέτρες των καινούργιων κτιρίων, στους παιδικούς κήπους και στα σχολεία, στις πλήρως εξοπλισμένες μοντέρνες κουζίνες, στα αναρίθμητα υπνοδωμάτια – παλάτια».

ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗ ΣΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΠΟΛΗΣ 

Το Φεβρουάριο του 1970, ενώ είχε αρχίσει την παραγωγή μιας τηλεοπτικής ταινίας σε δικό της σενάριο, με θέμα τις σκληρές συνθήκες ζωής σε ένα άσυλο κοριτσιών (με τίτλο «Bambule»), φιλοξένησε στο σπίτι της ένα ζευγάρι νεαρών εξτρεμιστών, τους Αντρέας Μπάαντερ (Andreas Bernd Baader, 1943 – 1977) και Γκούντρουν Ένσλιν (Gudrun Ensslin, 1940 – 1977), που κρύβονταν έπειτα από μία καταδίκη τους σε 3 χρόνια φυλάκιση για τον «συμβολικό» εμπρησμό ενός πολυκαταστήματος στην Φρανκφούρτη. Η Μάϊνχοφ τους είχε γνωρίσει προ μηνών, στα πλαίσια της από πλευράς της δημοσιογραφικής κάλυψης της δίκης τους, μαζί με τους συγκατηγορουμένους τους Θόρβαλντ Προλ (Thorwald Proll) και Χορστ Σένλαϊν (Horst Söhnlein).

Στις 4 Απριλίου, ο Μπάαντερ συνελήφθη σε ένα αστυνομικό μπλόκο και οι σύντροφοί του ανέλαβαν την ένοπλη απελευθέρωσή του. Η επιχείρηση έγινε στις 14 Μαϊου, ο κρατούμενος απελευθερώθηκε, όμως από έναν μασκοφόρο άνδρα, που ποτέ δεν έγινε γνωστή η ταυτότητά του, τραυματίστηκε σοβαρά ο 64χρονος υπάλληλος του «Γερμανικού Κεντρικού Ινστιτούτου για Κοινωνικά Ζητήματα» («Deutsches Zentralinstitut für Soziale Fragen») Γκέοργκ Λίνκε (Georg Linke). Η Μάϊνχοφ, που για άγνωστους λόγους είχε συμμετάσχει στο 4μελές «κομάντο» της απελευθέρωσης, βρέθηκε ξαφνικά στην παρανομία, με πιστοποιημένη την ταυτότητά της από την αφημένη στον τόπο του κτυπήματος τσάντα της. Η προβολή της ταινίας της, που ήταν προγραμματισμένη από το κανάλι ARD στις 24 Μαΐου, ακυρώθηκε. Λίγο αργότερα, τον Αύγουστο του 1970, ανακοίνωσε την ίδρυσή της η ένοπλη οργάνωση «Φράξια Κόκκινος Στρατός» («Rote Armee Fraktion», RAF), μεταξύ των ιδρυτών της οποίας (Μπάαντερ, Ένσλιν, Χορστ Μάλερ, Χόλγκερ Μάϊνς, Ίνγκριντ Σούμπερτ, Μπριγκίτε Άσντονκ, Πέτρα Σελμ, Γιαν – Καρλ Ράσπε, κ.ά.) ήταν και η Μάϊνχοφ. Στο διάστημα που μεσολάβησε (Ιούνιος και Ιούλιος) οι ιδρυτές, μαζί με άλλους ομοϊδεάτες τους, είχαν εκπαιδευτεί στον ανταρτοπόλεμο σε ένα στρατόπεδο της παλαιστινιακής οργάνωσης «Αλ Φατάχ» στην Ιορδανία, αν και στο τέλος είχαν αποπεμφθεί λόγω της μεγάλης «χειραφέτησης» που επεδείκνυαν οι Γερμανίδες. Για πολλούς μήνες, μέχρι το 1972, η οργάνωση, την οποία τα δυτικογερμανικά μέσα ενημέρωσης ονόμαζαν «Συμμορία Μπάαντερ – Μάϊνχοφ», πραγματοποίησε σειρά βομβιστικών επιθέσεων στο εκδοτικό συγκρότημα «Axel Springer» και σε νατοϊκούς στόχους (με 4 νεκρούς και περισσότερους από 50 τραυματίες), καθώς και σειρά ληστειών σε τράπεζες για την αυτοχρηματοδότηση της (αρχής γενομένης στις 29 Σεπτεμβρίου 1970). Στο διάστημα αυτό, η Μάϊνχοφ συνέγραψε τρεις διακηρύξεις της οργάνωσης, προσπαθώντας να κτίσει ένα θεωρητικό υπόβαθρο του αντάρτικου πόλης. Η αφίσσα καταζητουμένων της RAF Προκειμένου να μην ανατεθεί η ανατροφή των δύο θυγατέρων της στον πρώην σύζυγό της που ήδη συνεργαζόταν με τις δυτικογερμανικές υπηρεσίες ασφαλείας για την σύλληψή της, η Μάϊνχοφ τις είχε κρύψει σε ένα κοινόβιο, την «Γκιμπελίνα», στην Σικελία, όμως το μυστικό προδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1970 από το πρώην μέλος της οργάνωσης Πέτερ Χόμαν (Peter Homann, 1936 – ) που είχε λιποτακτήσει ήδη από τον Ιούλιο, όταν όλοι εκπαιδεύονταν στην Ιορδανία. 

ΣΥΛΛΗΨΗ  

Η «Φράξια Κόκκινος Στρατός» είδε πολύ σύντομα την λενινιστική κοσμοδιορθωτική αυταπάτη της πως τάχα «μια μαχητική πρωτοπορία» θα ξεσήκωνε το προλεταριάτο από την κοινωνική αθλιότητα, να διαλύεται. Εγκλωβισμένη σε ληστείες και μεμονωμένες αντι-αμερικανικές ενέργειες, με την «ένοπλη πάλη» να είναι πια αυτοσκοπός και με προκηρύξεις που άνοιγαν με τσιτάτα του Μάο Τσε Τουνγκ, είχε απέναντί της μία ούτως ή άλλως προβληματική και με ένοχο παρελθόν κοινωνία, που σε δημοσκόπηση του 1971 από το «Ινστιτούτο Δημοσκοπήσεων Allensbach», της αναγνώριζε πολιτικά κίνητρα μόνον σε ποσοστό 18%.

Αντίθετα, μία αντιτρομοκρατική υστερία πλημμύριζε όλη την χώρα και τα τηλέφωνα των διωκτικών αρχών άναβαν καθημερινά από τις πάμπολλες καταγγελίες υπόπτων, που πρόθυμα κατέδιδαν οι «νομιμόφρονες» Δυτικογερμανοί, ενώ ο Τύπος χρησιμοποιούσε κάθε είδους βρωμιά για τον ψυχολογικό χειρισμό των καταδοτών αλλά και των διωκομένων, με αποκορύφωμα μια δημοσίευση τον Απρίλιο του 1972 που παρουσίαζε την Μάϊνχοφ να έχει τάχα αυτοκτονήσει μέσα στην απελπισία της! Ήταν το μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό που είχε δει η χώρα από το 1945 (κανένας από τα μέλη των Ες Ες, κανένας εγκληματίας πολέμου δεν είχε καταδιωχθεί με τόση λύσσα, έγραψε μάλιστα η βιογράφος της Μάϊνχοφ και βουλευτής των «Πρασίνων» Γιούτα Ντίτφουρτ – Jutta Ditfurth). Μία από αυτές τις χιλιάδες καταγγελίες, που δόθηκε στις 15 Ιουνίου 1972 από τον δάσκαλο Φριτς Ρόντεβαλντ (Fritz Rodewald), είχε ωστόσο βάση. Στο σπίτι του στο Λανγκενχάγκεν (Langenhagen) του Αννόβερου, το οποίο είχε εκμισθώσει σε κάποιον νέο, η ένοπλη έφοδος της αστυνομίας κατέληξε στην σύλληψη του οπλισμένου Γκέρχαρντ Μύλλερ (Gerhard Müller, 1948 – ) και της, κοντοκουρεμένης για να μην αναγνωρίζεται εύκολα, Ουλρίκε Μάϊνχοφ.  Δύο εβδομάδες πριν, είχε τραυματιστεί και συλληφθεί και ο Μπάαντερ, μαζί με τους συντρόφους του Γιαν – Καρλ Ράσπε (Jan – Carl Raspe, 1944 – 1977) και Χόλγκερ Μάϊνς (Holger Klaus Meins, 1941 – 1974).

ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ

Η Μάϊνχοφ κλείστηκε στις φυλακές Όσεντορφ Κολωνίας, κάτω από ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες, σε απόλυτη απομόνωση, στην τρομακτική «νεκρή πτέρυγα». Μία μεγάλη απεργία πείνας που πραγματοποίησε τον Ιανουάριο του 1973 απέδωσε μόνον αλλαγή πτέρυγας, με συνεχιζόμενη όμως την απομόνωση και το ίδιο άκαρπες ήσαν και όσες άλλες απεργίες πείνας έκανε στην συνέχεια. Με κάποιον τρόπο πάντως, κατόρθωσε να φυγαδεύσει το συγκλονιστικό κείμενό της «Επιστολή από την νεκρή πτέρυγα» («Brief aus dem Toten Trakt»), του οποίου η δημοσίευση δημιούργησε ένα αρκετά μεγάλο (για μια κοινωνία που βρισκόταν ακόμα σε αντι-τρομοκρατική υστερία) ρεύμα συμπαράστασης. Στα τέλη του 1974, και αφού προηγουμένως (στις 29 Νοεμβρίου) είχε καταδικαστεί σε 8 χρόνια φυλάκιση για την βομβιστική επίθεση στο συγκρότημα «Axel Springer», μεταφέρθηκε στις φυλακές Στάμχαϊμ της Στουτγάρδης, σε ειδική για τους αντάρτες πόλης πτέρυγα με τα περιβόητα «λευκά κελιά», η ειδική κατασκευή των οποίων αποσκοπούσε στην σταδιακή αισθητηριακή διαταραχή των κρατουμένων. Εκεί φυλακίστηκαν άλλα 9 στελέχη της οργάνωσης.

Η δίκη των επιζώντων ηγετών της οργάνωσης (Μπάαντερ, Ένσλιν, Ράσπε και Μάϊνχοφ – ο Μάϊνς είχε πεθάνει από απεργία πείνας), που ανάμεσα σε άλλα κατηγορούντο και για 4 ανθρωποκτονίες Αμερικανών στρατιωτικών, 54 απόπειρες ανθρωποκτονίας και σύσταση συμμορίας, ξεκίνησε στις 21 Μαϊου 1975, ενώ το δυτικογερμανικό κράτος είχε ψηφίσει νέους ειδικούς έκτακτους νόμους. Τον Σεπτέμβριο του 1975 οι ιατροί έκριναν τους κατηγορούμενους ανίκανους να παρακολουθήσουν τη διαδικασία, λόγω του μακροχρόνιου βασανισμού τους με την αισθητηριακή απομόνωση των «λευκών κελιών», όμως η δίκη συνεχίστηκε κανονικά, ερήμην τους. Οι κατηγορούμενοι επέστρεψαν στο δικαστήριο στα τέλη του Απριλίου 1976, έχοντας αποφασίσει μία κοινή στάση απέναντι στο Δυτικογερμανικό κράτος. Η ίδια η Μάϊνχοφ θα γκρέμιζε όλο το τμήμα του κατηγορητηρίου που βασιζόταν στην στημένη κατάθεση του, συνεργάτη πια των διωκτικών αρχών, Γκέρχαρντ Μύλλερ. Επίσης, ο δικηγόρος της είχε κανονίσει να καταθέσει αυτή ως μάρτυρας στην Διεθνή Νομική Διάσκεψη της Γενεύης, ενάντια στην πρακτική της αισθητηριακής απομόνωσης των κρατουμένων.

ΜΙΑ ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ 

Στις 9 Μαϊου 1976 η Ουλρίκε Μάϊνχοφ βρέθηκε απαγχονισμένη μέσα στο κελί 719 των φυλακών Στάμχαϊμ, με μια πετσέτα δεμένη στα κάγκελα του κιγκλιδώματος, και η επίσημη νεκροψία (από ιατροδικαστή που στα νιάτα του ήταν μέλος των Ες – Ες) αποφάνθηκε πως επρόκειτο για αυτοκτονία, ενώ δεν επετράπη ούτε στους δικηγόρους της, ούτε στην αδελφή της Βίνκε Τσίτσλαφ (Wienke Zitzlaff), να δουν το πτώμα ή το κελί. Μία δεύτερη έρευνα με δικανικό παθολόγο, που προσπάθησε να ξεκινήσει αμέσως η αδελφή της, και ενώ εσπευσμένα η διοίκηση των φυλακών είχε προβεί σε βάψιμο του κελιού, δεν προχώρησε αρκετά, ωστόσο τα πορίσματα μίας Διεθνούς Εξεταστικής Επιτροπής που ακολούθησαν και δημοσιεύθηκαν το 1978 («Der Tod Ulrike Meinhofs. Bericht der Internationalen Untersuchungskommission»), άφησαν αρκετά έκθετο το δυτικογερμανικό κράτος ακόμα και στην πιθανότητα να έχει δολοφονήσει την Μάϊνχοφ. Η παράλειψη από τους ιατροδικαστές του ισταμινικού ελέγχου, που θα αποδείκνυε εάν η νεκρή ζούσε όταν απαγχονίστηκε, κρίθηκε ιδιαίτερα ύποπτη: «ο ισχυρισμός των κρατικών αρχών ότι η Ουλρίκε Μάϊνχοφ έθεσε μόνη της τέρμα στη ζωή της με απαγχονισμό, παραμένει αναπόδεικτος. Τα ευρήματα της Εξεταστικής Επιτροπής συγκλίνουν περισσότερο στο συμπέρασμα ότι η Ουλρίκε Μάινχοφ ήταν ήδη νεκρή πριν την κρεμάσουν».

Λίγες μόνον ημέρες πριν τον θάνατό της, είχε δηλώσει στην αδελφή της: «μπορεί κάποιος να υψώνει ανάστημα και να μάχεται μόνον όταν είναι ζωντανός. Εάν τυχόν μάθεις λοιπόν πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη ότι θα πρόκειται για δολοφονία!», ενώ, δύο μόλις ημέρες πριν, στις 7 Μαϊου, την είχε επισκεφθεί ο συνήγορος της ιταλικής ένοπλης οργάνωσης «Ερυθρές Ταξιαρχίες» Καπέλι (Giovanni Capelli), μεταφέροντάς της την επιθυμία των φυλακισμένων Ιταλών ανταρτών πόλης για επικοινωνία με τα φυλακισμένα μέλη της RAF, ανταλλαγή απόψεων και αλληλοϋποστήριξη, καθώς και πρόταση για υπεράσπιση των Γερμανών ανταρτών από διεθνή επιτροπή πολιτικά έμπειρων δικηγόρων («ήταν μία πολύ ανοιχτόμυαλη γυναίκα, με επιθυμία για ζωή», είπε αργότερα ο Καπέλι). ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ Η Ουλρίκε Μάϊνχοφ κηδεύτηκε, παρουσία 4.000 φίλων, συγγενών και θαυμαστών της, στις 16 Μαϊου 1976 στην θέση A-12-19 του νεκροταφείου του Μαρίεντορφ (Mariendorf) Δυτικού Βερολίνου. Τον επικήδειό της διάβασε ο θεολόγος Χέλμουτ Γκόλβιτσερ (Helmut Gollwitzer), προσωπικός  φίλος του Ντούτσκε, που μάλιστα το 1957 είχε συνεργαστεί με την Μάϊνχοφ στο αντιπυρηνικό κίνημα «Anti-Atomtod-Ausschuss». Όπως αποκαλύφθηκε το φθινόπωρο του 2002, μετά από έρευνες της θυγατέρας της Μπετίνα, ο εγκέφαλος της Μάϊνχοφ είχε αφαιρεθεί και διατηρηθεί σε φορμαλδεϋδη, ως αντικείμενο νευρολογικής έρευνας γύρω από το ζήτημα της υιοθεσίας της βίας («αναζητώντας εναγωνίως την «λυδία λίθο» της τρομοκρατίας» – να σημειωθεί ότι ο πρώτος που «ερεύνησε» τον κλεμμένο εγκέφαλο, ένας νευρολόγος του Πανεπιστημίου του Τύμπιγκεν, ονόματι Γίργκεν Πφάϊφερ είχε αποφανθεί πως η Μάϊνχοφ είχε το ακαταλόγιστο!). Το σκάνδαλο είχε ως αποτέλεσμα να διαταχθεί τελικά από την εισαγγελία της Στουτγάρδης η αποτέφρωση του εγκεφάλου και η παράδοση της στάχτης στους συγγενείς της, η οποία τάφηκε μαζί της στο Μαρίεντορφ στις 19 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Η αθλιότητα του κλεμμένου εγκεφάλου δεν ήταν βεβαίως η μοναδική. Εξαρχής, ακόμα και ενόσω ζούσε η Μάϊνχοφ, το δυτικογερμανικό κατεστημένο προσπάθησε με κάθε τρόπο να κατατάξει στην παθολογία την εναντίωσή της, μία εναντίωση που, λόγω του ότι το ίδιο ήταν πολλαπλά ένοχο, δεν μπορούσε να διαχειριστεί. Προέβη λοιπόν σε αυτό που κάνουν όλα τα ένοχα καθεστώτα, στο να βγάζει διαγνώσεις, να συκοφαντεί και να δαιμονοποιεί προτού κτυπήσει. Γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να αγγίξει την (χριστιανική) ρίζα του αριστερίστικου κοσμοδιορθωτισμού, όντας και το ίδιο χριστιανικό και κοσμοδιορθωτικό, επιστράτευσε την ψυχολογία και την ρητορική περί «νεύρωσης»: όποιος αντιστέκεται, είτε με ήπιο, είτε με ακραίο τρόπο, πρέπει σώνει και καλά να είναι «προβληματικός». Ένα μόλις έτος μετά τον θάνατο της Μάϊνχοφ, το περιοδικό «Der Spiegel» παρουσίασε απόψεις «ειδικών» για το φαινόμενο της αθρόας συμμετοχής γυναικών στις ένοπλες οργανώσεις της εποχής και έβγαλε διάγνωση πως όλα οφείλονται στο ότι η Μάϊνχοφ και οι μιμήτριές της είχαν «διακόψει δεσμούς με την θηλυκότητα». Προβληματική και εκδικητική είναι τέλος και η σκιαγράφηση που επιχείρησε να κάνει στην μητέρα της, αλλά και στον πατέρα της, η Μπετίνα Ρελ, κυκλοφορώντας το 2007 το βιβλίο «Έτσι έχει πλάκα ο Κομμουνισμός» («So macht Kommunismus Spass. Ulrike Meinhof, Klaus Rainer Röhl und die Akte Konkret»). Αντίθετα, αρκετά αντικειμενικές βιογραφίες της συνέγραψαν ο Αλόϊς Πριντς (Alois Prinz, «Καλύτερα οργισμένη από θλιμμένη», «Lieber wütend als traurig», 2003) και η Γιούτα Ντίτφουρτ («Ulrike Meinhof. Die Biografie», 2007). Το 1978 οι Ντάριο Φο (Dario Fo) και Φράνκα Ράμε (Franca Rame) έγραψαν τον περίφημο θεατρικό μονόλογο «Εγώ, η Ουλρίκε, καταγγέλλω…» («Moi, Ulrike, je crie…»), το 1990 ο Γιόχαν Κρέσνικ (Johann Kresnik) την όπερα «Ulrike Meinhof», το 2005 ο Κάρλος Μπε (Carlos Be) το θεατρικό «Ο ασυνήθιστος θάνατος της Ουλρίκε Μ.» («La extraordinaria muerte de Ulrike M.»), ενώ μουσικές αφιερώσεις τής έκαναν η Μ. Φαίηθφουλ (Marianne Faithfull, στο άλμπουμ της «Broken English»), οι «Chumbawamba» (στο άλμπουμ τους «Slap!»), οι Βραζιλιάνοι «Legião Urbana», ο Gonzalo Villa, η Τζιοβάνα Μαρίνι (Giovanna Marini, στο άλμπουμ της «Correvano Coi Carri»), κ.ά. 

Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2014 
πηγή:rassias.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου